Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΑΛΛΑΓΗ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΣΤΗΝ 64 ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΣΤΡΑΣΤΕΥΣΕΩΣ

 Στις 26/8/2025 πραγματοποιήθηκε στον αύλειο χώρο της 64 ΜΕ, παρουσία του Υποδιοικητού του Γ΄ΣΣ/ΔΕΠΣ Σχη (ΤΘ) κ. Πεταλά, η αλλαγή διοικήσεως της 64 ΜΕ. Συγκεκριμένα ο απερχόμενος Δκτής Σχης (ΠΒ) κ. Μ. Σπανός παρέδωσε μέσα σε κλίμα συγκίνησης την διοίκηση της Μονάδας στον Σχη (ΤΘ) κ. Σπανό.Στην εκδήλωση συμμετείχαν όλο το προσωπικό της 64 ΜΕ, Αξκοί της 32ης  ΤΑΞΠΖΝ. Επίσης από τον ΣΕΑΝ Μαγνησίας την τελετή παρακολούθησαν ο Πρόεδρος κ. Κ. Καραδήμας και ο Γεν. Γραμματέας κ. Βασίλης Νικολάου.

Στην συνέχεια ακολούθησε δεξίωση σε χώρο του 505 ΤΠΖΝ όπου πλακέτες στον απερχόμενο Δκτή παρέδωσε ο Σχης (ΤΘ) κ. Πεταλάς, ο νυν Δκτής κ. Σπανός και όλο το προσωπικό της Μονάδος.

Ο ΣΕΑΝ Μαγνησίας εύχεται στον νέο Διοικητή κ.  Σπανό υγεία και κάθε επιτυχία στα νέα του καθήκοντα. Επίσης κάθε καλή συνεργασία με τον Σύνδεσμό μας.

Στον απερχόμενο Διοικητή κ. Σπανό Μιλτιάδη καλή δύναμη και υγεία στα νέα του καθήκοντα. Ο ΣΕΑΝ Μαγνησίας τον ευχαριστεί για την άψογη συνεργασία που είχαν όλο το διάστημα διοικήσεώς του.








Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

ΤΡΙΕΤΕΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ ΔΟΥΜΟΥΣΙΑΡΗ ΕΠΙΤΙΜΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΣΕΑΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ


Την Κυριακή 31/8/2025 στον Ι.Ν. Αγίου Ιωάννη  Προδρόμου Ανακασιάς θα τελεσθεί το τριετές μνημόσυνο για την ανάπαυση του Επιτίμου Προέδρου του ΣΕΑΝ Μαγνησίας κ. Μαργαρίτη Δουμουσιάρη. Παρακαλούμε τα μέλη μας που επιθυμούν να παραστούν και να προσευχηθούν για την ανάπαυση της ψυχής του εκλεκτού μέλους μας Μαργαρίτη να προσέλθουν τηνπαραπάνω ώρα και ημέρα.

Ο Πρόεδρος & το ΔΣ του ΣΕΑΝ Μαγνησίας




 

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΖΥΓΟ (144 ΧΡΟΝΙΑ)

 Με λαμπρότητα και κάθε τιμή θα εορταστεί και φέτος η απελευθέρωση της πόλης

Εκατόν σαράντα τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την απελευθέρωση του Αλμυρού από τον Τουρκικό ζυγό.

Οι Αλμυριώτες την σκλαβιά και την ελευθερία βίωσαν περισσότερο από κάθε άλλον, αφού το 1830 στην ανεξάρτητη Ελλάδα, η περιοχή τους βρέθηκε διηρημένη. Στην ελεύθερη Ελλάδα περιελήφθησαν μόνο η Σούρπη, ο Πτελεός, η Αμαλιάπολη, ο Άγιος Ιωάννης, οι Άγιοι Θεόδωροι και η Γάβριανη, ενώ η πόλη του Αλμυρού και άλλες περιοχές της περιφέρειας έμειναν σκλαβωμένες για 50 ακόμη χρόνια μέχρι το 1881 και συνέχισαν τους απελευθερωτικούς αγώνες, έως τις 17 Αυγούστου, οπότε τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν στην πόλη και έγινε η επίσημη παράδοση του Αλμυρού από τις τουρκικές αρχές και η παραλαβή του από τις ελληνικές.

Ο Δήμος Αλμυρού όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος διοργανώνει εκδηλώσεις για να τιμήσει την απελευθέρωση της πόλης και καλεί όλους τους κατοίκους της επαρχίας Αλμυρού να παρευρεθούν στην πανηγυρική δοξολογία και κατάθεση στεφάνων, που θα πραγματοποιηθεί την προσεχή Κυριακή 17 Αυγούστου, για να τιμήσουν τη μνήμη των ηρωικών Αλμυριωτών, που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την απελευθέρωση του τόπου.

Μία μέρα νωρίτερα, το Σάββατο 16 Αυγούστου στις 9 το βράδυ θα πραγματοποιηθεί στην κεντρική πλατεία του Αλμυρού μουσική συναυλία με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη χορωδία του Δήμου Αλμυρού.

Την επόμενη μέρα, Κυριακή 17 Αυγούστου, στις 7:30 π.μ θα τελεστεί Θεία Λειτουργία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου προεξάρχοντος του Αρχιερατικού Επιτρόπου Αλμυρού, π. Γεωργίου Μπέκα, ενώ στις 10 το πρωί θα ακολουθήσει παρουσία της δημοτικής αρχής, στρατιωτικών και πολιτικών αρχών καθώς και οργανώσεων επίσημη δοξολογία.

Αμέσως μετά τη δοξολογία, τον πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει η Χρύσα Μαρδάκη, τέως Διευθύντρια Γενικού Λυκείου Αλμυρού -Κοινωνιολόγος-Συγγραφέας.

Θα ακολουθήσει επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο των Πεσόντων.

Το βράδυ τις ίδιας μέρας και ώρα 8:30 μ.μ στον προαύλιο χώρο του Δημοτικού Ωδείου Αλμυρού έχει προγραμματιστεί ομιλία – αφιέρωμα για την επέτειο απελευθέρωσης της πόλης του Αλμυρού από τον ιστορικό Γεώργιο Σύρο.

Από τον Σύνδεσμο Εφέδρων Αξιωματικών Ν. Μαγνησίας στις εκδηλώσεις συμμετείχε και κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο Πεσόντων Ηρώων το Μέλος του Συνδέσμου μας κ. Αθανάσιος Χριστοδούλου.








Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

ΑΡΘΡΟ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: “Μεταρρυθμίσεις” που υπονομεύουν τη συνοχή των Ενόπλων Δυνάμεων και την Εθνική Άμυνα

 

 

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

konmpalo@gmail.com

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης

Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ)

Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)

 

Στις 24 Ιουλίου 2025, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Νίκος Δένδιας, ανακοίνωσε τη Β΄ Φάση της μεταρρύθμισης «Ατζέντα 2030», παρουσιάζοντας μια σειρά εκτεταμένων παρεμβάσεων στη Δομή και την Οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, με απώτερο στόχο τον εκσυγχρονισμό τους.

Οι αλλαγές αυτές, όπως τόνισε ο Υπουργός, αποσκοπούν στη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου και σύγχρονου μοντέλου διοίκησης, στη μείωση της γραφειοκρατίας, στην εξοικονόμηση πόρων, καθώς και στη βελτίωση των υποδομών και των συνθηκών για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο πλαίσιο αυτό, καταργούνται η 1η Στρατιά και τα ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, με το επιχείρημα της απλοποίησης της διοικητικής πυραμίδας και της ενίσχυσης της ευελιξίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατάργηση της ΑΣΔΕΝ (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων), η οποία, αν και δεν αποτελούσε ενδιάμεσο επίπεδο, είχε αυτοτελή επιχειρησιακή αποστολή στην άμυνα του νησιωτικού χώρου του Ανατολικού Αιγαίου. Ο ρόλος της μεταφέρεται στην υπό σύσταση Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου (ΑΣΔΑΜ), χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί πλήρως το νέο διοικητικό και επιχειρησιακό πλαίσιο.

Για την ενίσχυση της αυτονομίας των μείζονων σχηματισμών, συγκροτούνται τέσσερις Ανώτατες Στρατιωτικές Διοικήσεις: Θράκης (μετονομασία του 4ου Σώματος Στρατού), Ηπείρου και Μακεδονίας, Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου (αντικαθιστά την ΑΣΔΕΝ), καθώς και η ΑΣΔΥΣ, που διατηρεί τον υφιστάμενο ρόλο της. Πάνω από αυτές τίθεται το Γενικό Επιτελείο Στρατού, με αρμοδιότητα τον στρατηγικό σχεδιασμό, τον συντονισμό και την εποπτεία. Παράλληλα, ενισχύεται η Γενική Επιθεώρηση Στρατού και συγκροτούνται Διοικήσεις Μη Επανδρωμένων Μέσων σε όλα τα Όπλα και Σώματα.

Επιπλέον, συνεχίζεται το κλείσιμο δεκάδων στρατοπέδων και στρατιωτικών δικαστηρίων, ενώ από το 2026 η κατάταξη των στρατευσίμων θα γίνεται αποκλειστικά στο Στρατό Ξηράς. Προβλέπεται επίσης, πρόγραμμα οχυρωματικών έργων στα νησιά του Αιγαίου και στον Έβρο, στο πλαίσιο του δόγματος «αυτόνομα νησιά», που στοχεύει στη μέγιστη επιχειρησιακή αυτονομία των μονάδων άμυνας σε συνθήκες κρίσης ή αποκλεισμού.

Το αφήγημα του Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Νίκου Δένδια προς υποστήριξη της εν λόγω «μεταρρύθμισης» στηρίζεται στην ανάγκη προσαρμογής στις αυξανόμενες γεωπολιτικές προκλήσεις, τα διδάγματα των πολέμων σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή και τις τεχνολογικές εξελίξεις που αλλάζουν τον σύγχρονο πόλεμο.

Στόχος της μεταρρύθμισης είναι η οικοδόμηση ενός πιο ευέλικτου, τεχνολογικά εκσυγχρονισμένου και αποτελεσματικού αμυντικού μηχανισμού, με έμφαση στην πρώτη γραμμή και τη μέριμνα για το προσωπικό.

Πίσω από τη ρητορική του εκσυγχρονισμού και της ευελιξίας όμως, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τον αντίκτυπο των αλλαγών στη διακλαδικότητα, τη στρατηγική συνοχή και την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας.

Παρά τα διδάγματα από την Ουκρανία, οι παρεμβάσεις αυτές στερούνται συνεκτικού στρατηγικού σχεδίου, υπονομεύουν την επιχειρησιακή επάρκεια και αλλοιώνουν τη θεσμική αρχιτεκτονική διοίκησης, τη στιγμή που η χώρα οφείλει να ενισχύει και όχι να αποδομεί την αποτρεπτική της ισχύ.

Οι εξαγγελθείσες αλλαγές ενσωματώνουν ένα στρατηγικό σφάλμα: ενώ επικαλούνται διδάγματα από την Ουκρανία, αγνοούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πραγματικού αντιπάλου. Το επιχειρησιακό περιβάλλον δεν είναι ουδέτερο, αλλά συγκεκριμένο και γεωγραφικά προσδιορισμένο.

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει ούτε μια στατική, προβλέψιμη σύγκρουση τύπου Ουκρανίας, ούτε έναν πόλεμο μέσω αντιπροσώπων (proxies), όπως το Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.

Αντιμετωπίζει μια αναθεωρητική δύναμη με αποβατική ικανότητα και διακηρυγμένη πολιτική βούληση επιθετικότητας, σε ένα αρχιπελαγικό θέατρο επιχειρήσεων με εκτεθειμένα νησιά και ανάγκη αποτροπής πρώτου πλήγματος.

Η άκριτη υιοθέτηση ξένων προτύπων, χωρίς εστίαση στη φύση της τουρκικής απειλής, οδηγεί σε εσφαλμένα διδάγματα και στρατηγικό κενό.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να σχεδιάζει άμυνα «γενικών προδιαγραφών». Η απειλή είναι συγκεκριμένη, η γεωγραφία αμείλικτη και το κόστος ενός πρώτου πλήγματος πιθανόν ανεπανόρθωτο.

Η προβαλλόμενη «μεταρρύθμιση» δίνει έμφαση σε τεχνολογίες όπως drones και τεχνητή νοημοσύνη, όμως η τεχνολογία δεν υποκαθιστά την κυριαρχία επί του εδάφους. Η αποτελεσματική άμυνα κρίσιμων περιοχών (π.χ. Σάμος ή Καστελόριζο), απαιτεί φυσική στρατιωτική παρουσία, ισχυρές δομές διοίκησης και εγγύτητα με τον τοπικό πληθυσμό και το γεωγραφικό ανάγλυφο.

Οι έννοιες της «συμπαγούς δύναμης», της «τεχνολογικής αναβάθμισης» και της «ενίσχυσης της πρώτης γραμμής» μοιάζουν περισσότερο με συνθήματα παρά με τεκμηριωμένη στρατηγική.

Η αντίληψη περί «αυτόνομων νησιών» και η έμφαση σε έργα οχύρωσης συνδέεται περισσότερο με δόγματα στατικής άμυνας του 17ου και 18ου αιώνα, όταν η πολιορκία αποτελούσε κυρίαρχη μορφή πολέμου.

Στο σημερινό δυναμικό και διακλαδικό επιχειρησιακό περιβάλλον, όπου ο χρόνος αντίδρασης μετριέται σε λεπτά και η κυριαρχία εξαρτάται από την ταχεία συγκέντρωση και συντονισμό ισχύος, η «αυτονομία» δεν εξασφαλίζει αποτροπή. Αντίθετα, οδηγεί σε κατακερματισμό των δυνάμεων και απώλεια στρατηγικού ελέγχου. Η εθνική στρατιωτική ισχύς δεν βασίζεται σε απομονωμένες «νησίδες αντίστασης», αλλά σε δικτυοκεντρική διοίκηση, εφεδρείες και συνδυασμένη ισχύ. Η έννοια του «αποκλεισμένου νησιού», ειδικά όταν υποστηρίζεται από  οχυρώσεις χωρίς ένα ενιαίο δόγμα, χωρίς διακλαδική υποστήριξη και ευελιξία, υποδηλώνει ήδη στρατηγική αποτυχία.

Η κατάργηση της 1ης Στρατιάς και της ΑΣΔΕΝ, υπό το πρόσχημα της δημιουργίας ενός πιο ευέλικτου και σύγχρονου μοντέλου διοίκησης, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την εξοικονόμηση πόρων και του ψηφιακού μετασχηματισμού, αφαιρεί το αναγκαίο στρατηγικό υπόβαθρο για την ουσιαστική αξιοποίηση των τεχνολογικών μέσων, θέτοντας σε κίνδυνο την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας.

Αντί να σηματοδοτούν εξορθολογισμό, διασπούν τη διοικητική συνέχεια, αποδυναμώνουν την επιχειρησιακή ικανότητα και αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της αποτροπής. Η τεχνολογία χωρίς δομές δεν αποτρέπει, όπως και η ευελιξία χωρίς βάθος, δεν προστατεύει.

Μια χώρα που απειλείται άμεσα, δεν έχει την πολυτέλεια να πειραματίζεται με αφηρημένα δόγματα. Χρειάζεται διοίκηση, εφεδρείες, τοπική ισχύ και σαφές μήνυμα αποτροπής. Όχι συνθήματα.

Η απόφαση κατάργησης της 1ης Στρατιάς παρουσιάζεται ως βήμα εξορθολογισμού και ευελιξίας, όμως στην πραγματικότητα συνιστά σοβαρή υποβάθμιση της επιχειρησιακής δομής του Στρατού Ξηράς.

Η 1η Στρατιά, ως ο ανώτατος διοικητικός σχηματισμός και μοναδικό Επιχειρησιακό Στρατηγείο του ελληνικού στρατού, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της  Χερσαίας Άμυνας της Ελλάδας, τον αναγκαίο ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ του ΓΕΣ και των Σωμάτων Στρατού, εξασφαλίζοντας στρατηγική συνοχή, συντονισμένη δράση σε ευρεία γεωγραφική κλίμακα (Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία) και άμεση και συντονισμένη αντίδραση σε κρίσεις μεγάλης κλίμακας στο χερσαίο μέτωπο.

Η κατάργησή της, ακυρώνει ένα επίπεδο διοίκησης που είναι απαραίτητο σε συνθήκες έντασης, κρίσης ή πολέμου, δημιουργεί κενό Διοίκησης και Ελέγχου (C2) στο επίπεδο της στρατηγικής επιχειρησιακής διοίκησης (σε μια περίοδο που η χώρα οφείλει να διατηρεί στρατηγικό βάθος και ενιαία καθοδήγηση των δυνάμεών της), υπονομεύει τη συνοχή των δυνάμεων του χερσαίου χώρου και επιφέρει αποδιοργάνωση του επιχειρησιακού σχεδιασμού τόσο στο στρατηγικό όσο και τακτικό επίπεδο.

Είναι στρατηγικό λάθος να θεωρούμε, ότι η μόνη απειλή προέρχεται από ανατολάς, δηλαδή μόνο από την Τουρκία, σε ένα υβριδικό επιχειρησιακό περιβάλλον με πολυδιάστατες προκλήσεις.

Δεν μπορεί να παραβλέπεται το γεγονός, ότι η Αλβανία διατηρεί αλυτρωτικές βλέψεις και στενή στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία, που δημιουργεί νέα δεδομένα ασφάλειας στα σύνορά μας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση και μετεξέλιξη της 1ης Στρατιάς σε Στρατηγείο Χερσαίων Δυνάμεων είναι αναγκαία για την ολιστική διαχείριση των πολλαπλών απειλών που αντιμετωπίζει η χώρα, ενισχύοντας τη δυνατότητα συντονισμού και ευελιξίας των χερσαίων δυνάμεων σε εθνικό επίπεδο.

Χωρίς την 1η Στρατιά όμως, το βάρος της επιχειρησιακής διοίκησης μεταφέρεται υπέρμετρα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, μειώνοντας την ικανότητά του να ασκεί στρατηγική καθοδήγηση και σχεδιασμό, καθώς ταυτόχρονα θα πρέπει να αναλαμβάνει απευθείας την επιχειρησιακή διοίκηση — μια πρακτική που κρίνεται μη ρεαλιστική σε περίπτωση μεγάλης κρίσης ή πολέμου.

Επιπλέον, η επιχειρούμενη αναδιοργάνωση κινδυνεύει να μετατρέψει το ΓΕΕΘΑ από επιτελικό όργανο στρατηγικής καθοδήγησης σε μια συγκεντρωτική δομή με επιχειρησιακές αρμοδιότητες, χωρίς όμως να διαθέτει τον αναγκαίο επιτελικό μηχανισμό και την απαιτούμενη ευελιξία για άμεση διοίκηση σε συνθήκες κρίσης ή σύρραξης.

Αυτή η υπερσυγκέντρωση, αντί να ενισχύει τη διακλαδικότητα, την υπονομεύει, καθώς ακυρώνει τους ενδιάμεσους κρίκους διοίκησης που εξασφάλιζαν την ευθυγράμμιση των Κλάδων υπό ένα ενιαίο στρατηγικό πλαίσιο. Η διακλαδικότητα απαιτεί διασύνδεση και συνεργασία, όχι απορρόφηση και απορρύθμιση.
Η «νέα δομή» δεν συνοδεύεται από σαφές διακλαδικό πλαίσιο, αφήνοντας θολή τη διαδικασία συνεργασίας και διαλειτουργικότητας μεταξύ Κλάδων. Η κατάργηση κρίσιμων χερσαίων διοικήσεων διαταράσσει την ισορροπία της διακλαδικότητας, αποδυναμώνοντας δυσανάλογα τον Στρατό Ξηράς, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση στους άλλους Κλάδους.

Η 1η Στρατιά επίσης, αναγνωρίζεται από το ΝΑΤΟ ως στρατηγείο επιπέδου Στρατιάς (Field Army HQ), με ρόλο στρατηγικής εφεδρείας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε περίπτωση σύρραξης, μπορεί να αναλάβει τη διοίκηση χερσαίων συμμαχικών δυνάμεων στην περιοχή ευθύνης του SACEUR, ειδικά στον άξονα Βαλκανίων–Μαύρης Θάλασσας. Έχει συμμετάσχει σε σημαντικές ασκήσεις, παρέχοντας ικανότητες Command & Control για δυνάμεις μεγέθους Σώματος Στρατού ή Μεραρχίας.

Επιπλέον, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, λειτουργεί ως κρίσιμο στρατηγείο που συνδέει το Αιγαίο, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, υποστηρίζοντας τη ροή ενισχύσεων προς Βουλγαρία, Ρουμανία και τη Ν.Α. πτέρυγα της Συμμαχίας.

Η κατάργησή της εκτός από την απώλεια ενός σημαντικού εθνικού εργαλείου θα σημάνει και την αποδυνάμωση της ΝΑΤΟϊκής διοικητικής αρχιτεκτονικής σε μια κρίσιμη περιοχή για τη συλλογική άμυνα.

Η κατάργηση της ΑΣΔΕΝ επίσης, συνιστά μία ακόμη ατυχής και επικίνδυνη απόφαση, καθώς ακυρώνει μια δοκιμασμένη επιχειρησιακή δομή με αποδεδειγμένη επάρκεια στην επιτήρηση και αποτροπή στο Αιγαίο.

Η ΑΣΔΕΝ δεν είναι απλώς μια διοικητική δομή του Στρατού Ξηράς. Είναι ο θεσμικός φορέας επιχειρησιακής ετοιμότητας, αποτροπής και συντονισμού της εθνικής άμυνας στα νησιά του Αιγαίου.

Αποτελεί ενιαίο στρατηγείο ελέγχου του αρχιπελάγους, εξασφαλίζει τη διοικητική και επιχειρησιακή ενοποίηση των νήσων, υποστηρίζει τη ροή ενισχύσεων και εφεδρειών σε συνθήκες κρίσης και λειτουργεί ως κρίσιμος ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ των τακτικών σχηματισμών και του ΓΕΣ.

Η κατάργησή της, με την πρόθεση ενσωμάτωσης των αρμοδιοτήτων της σε μια νέα ευρύτερη Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου (ΑΣΔΑΜ), διαλύει μια κρίσιμη εξειδικευμένη διοίκηση, υποβαθμίζει τη διακλαδική λειτουργία και υπονομεύει τη στρατηγική συνοχή της αποτροπής στον πλέον ευαίσθητο γεωπολιτικά χώρο της χώρας.

Η επιλογή αυτή δεν ενισχύει, αλλά αποδυναμώνει την ικανότητα άμεσης και συντονισμένης αντίδρασης στην περιοχή ευθύνης της, δημιουργώντας επικίνδυνα διοικητικά κενά και αποδιοργανώνοντας την επιχειρησιακή συνέχεια στο σύνθετο γεωγραφικά περιβάλλον του Αιγαίου.

Επιπλέον, η κατάργηση της ΑΣΔΕΝ διαταράσσει την απαραίτητη ισορροπία διοίκησης ανάμεσα στους Κλάδους, αφού αποδυναμώνει δυσανάλογα τη χερσαία συνιστώσα της αποτροπής, δίχως να ενισχύει αντίστοιχα κάποιο λειτουργικό διακλαδικό σχήμα. Αντί να προάγεται η διακλαδικότητα, εγκαθιδρύεται μια επικίνδυνη ασάφεια. Η ΑΣΔΕΝ αποτελεί εγγυητή της επιχειρησιακής συνοχής του ανατολικού χώρου. Η διάλυσή της συνιστά ρήγμα σε αυτήν τη συνοχή.

Επίσης, η προστιθέμενη αξία της ΑΣΔΕΝ έγκειται στη βαθιά εξοικείωσή της με την επιχειρησιακή λογική του νησιωτικού περιβάλλοντος. Δεν πρόκειται απλώς για ένα επιτελείο, αλλά για έναν οργανισμό με ενσωματωμένη τη γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε νησιού, κάθε μονάδας και κάθε σχηματισμού που λειτουργούν ως Φάροι Εθνικής Αποτροπής.

Αυτή η πολύτιμη, πολυετής εμπειρία και τοπική εξειδίκευση δεν μπορούν να μεταβιβαστούν αυτόματα σε μια νέα, μη εξειδικευμένη περιφερειακή διοίκηση. Η επιχειρούμενη αναδιάταξη, με τη μετατροπή της ΑΣΔΕΝ σε ΑΣΔΑΜ, απειλεί να αλλοιώσει τον ειδικό αποτρεπτικό της ρόλο, αφαιρώντας βάθος και σαφήνεια από το στρατηγικό μήνυμα της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και όλα αυτά, δεν εκτυλίσσονται σε καιρό σταθερότητας και ειρήνης. Αντιθέτως, η αναδιάταξη επιχειρείται σε ένα διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας, αστάθειας και γεωπολιτικών ανακατατάξεων και την ώρα που η Τουρκία επιδιώκει έναν ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή.  Την ώρα, που επενδύει στην ακραία εθνικιστική της ρητορική, ενισχύει συστηματικά την επιθετική προβολή της στρατιωτικής της ισχύος και εργαλειοποιεί κάθε κρίση ως μέσο στρατηγικής πίεσης και εκβιασμού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή να καταργηθούν οι δύο θεμελιώδεις πυλώνες της εθνικής άμυνας (1η Στρατιά και ΑΣΔΕΝ), συνιστά στρατηγικό λάθος, με άμεσες επιπτώσεις στην επιχειρησιακή συνοχή, την ετοιμότητα και την αξιοπιστία της εθνικής αποτροπής.

Η Δομή Δυνάμεων δεν μπορεί να σχεδιάζεται σε στρατηγικό κενό, ούτε ανεξάρτητα από τις δυνατότητες και τις προθέσεις του αντιπάλου. Ειδικότερα, όταν η Τουρκία διατηρεί σαφώς επιθετικά προσανατολισμένη στρατιωτική διάταξη, με ικανότητα ταχείας προβολής ισχύος στο Αιγαίο, στον Έβρο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συγκεκριμένα, η 4η Στρατιά (Στρατιά Αιγαίου), με έδρα τη Σμύρνη, αποτελεί την κύρια αποβατική δύναμη της Τουρκίας, ενώ η 1η Στρατιά στην Ανατολική Θράκη διαθέτει τρία Σώματα Στρατού ικανά για ταχεία δράση στον Έβρο. Και οι δύο σχηματισμοί συγκροτούν ένα διακλαδικό σύστημα αποβατικής και χερσαίας ισχύος, υποστηριζόμενο από ειδικές δυνάμεις, αεροπορία στρατού και ναυτικές μονάδες.

Όταν ο αντίπαλος οργανώνεται με αυξημένες επιθετικές δυνατότητες, η αποδόμηση κρίσιμων δομών και η συγχώνευση θεμελιωδών σχηματισμών δεν συνιστούν εκσυγχρονισμό, αλλά στρατηγική πλάνη, η οποία υπονομεύει την αποτρεπτική ισχύ και παραχωρεί πρωτοβουλία κινήσεων σε αυτόν που διατηρεί το πλεονέκτημα της επιθετικής επιλογής.

Τέλος, όλες οι εξαγγελίες του κ. Δένδια για την αλλαγή στη Δομή Δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού τίθενται σε θεσμικό κενό.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει επικαιροποιημένη Πολιτική Εθνικής Άμυνας (Π.Ε.Α.), πώς είναι δυνατόν ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας να προχωρά σε δομικές παρεμβάσεις που επηρεάζουν το σύνολο της επιχειρησιακής διάταξης και της αμυντικής αρχιτεκτονικής της χώρας;

Στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας το μόνο θεσμικό κείμενο που υπάρχει και σχετίζεται με την Εθνική Ασφάλεια είναι η Πολιτική Εθνικής Άμυνας (Π.Ε.Α.), το οποίο είναι άκρως απόρρητο έγγραφο και απορρέει από την Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας.

Η Π.Ε.Α., αποτελεί το θεμέλιο απ’ το οποίο πηγάζουν όλα τα καταστατικά κείμενα που διέπουν τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων [Στρατιωτική Αξιολόγηση Κατάστασης (Σ.Α.Κ.), Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική (ΕΘ.Σ.Σ.), Γενική Σχεδίαση Άμυνας της Χώρας (ΓΕ.Σ.Α.Χ.), Δομή Δυνάμεων (Δ.Δ.) κ.λπ.].

Συνεπώς, από τη στιγμή που δεν υπάρχει επικαιροποιημένη Π.Ε.Α. όπου να έχει εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ και δεν έχουν διατυπωθεί και καταγραφεί στο εν λόγω θεσμικό κείμενο σαφείς στρατηγικοί και επιχειρησιακοί στόχοι για τις Ένοπλες Δυνάμεις, με ποιο στρατηγικό υπόβαθρο επιχειρείται η υλοποίηση της «ΑΤΖΕΝΤΑΣ 2030»;

Ποιο πρόβλημα επιχειρεί να λύσει και με ποιες επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια;

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η Δομή Δυνάμεων και η Εθνική Άμυνα γενικότερα, δεν είναι Άσκηση επί Χάρτου, αλλά ούτε και επικοινωνιακό πυροτέχνημα που αξιοποιείται για λόγους προσωπικού εντυπωσιασμού και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Δεν μπορεί να υποτάσσεται σε πρόχειρους σχεδιασμούς, αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις ή επιφανειακές εξαγγελίες.

Η «νέα Δομή Δυνάμεων» δεν προκύπτει από τεκμηριωμένη στρατηγική ανάλυση, ούτε εντάσσεται σε μια θεσμικά κατοχυρωμένη ιεραρχία σχεδίασης που να εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Αντιθέτως, μοιάζει να συνιστά άσκηση διοικητικού πειραματισμού χωρίς σαφές δόγμα, χωρίς επιχειρησιακή τεκμηρίωση, χωρίς εκτίμηση της απειλής και χωρίς θεσμική συνέπεια.

Ο εκσυγχρονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων είναι απαραίτητος. Αλλά για να είναι αποτελεσματικός και θεσμικά νόμιμος, πρέπει να ξεκινά από στρατηγική καθοδήγηση, να καταλήγει σε επιχειρησιακή λογική και να στηρίζεται σε ρεαλιστική αποτύπωση της απειλής.

Υπό το πρίσμα αυτό, όσοι αγνοούν τις συνέπειες που επιφέρουν οι πειραματισμοί τους στη συνοχή και την αποτελεσματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, αναλαμβάνουν ακέραιη την ευθύνη για το επιχειρησιακό κενό που θα προκύψει όταν η κρίση δεν θα είναι Σενάριο επί Χάρτου, αλλά πραγματικότητα.



Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ Γ.Ε.Σ. ΜΕ ΕΝΙΑΙΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΥΛΗ Cov.gr - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΕΦΕΔΡΩΝ

 



Σας γνωρίζουμε ότι παρέχεται η δυνατότητα στους εφέδρους μέσω της μηχανογραφικής εφαρμογής "Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο Αποστολής Ειδοποίησης Εφέδρου" (efedros.army.gr), να δηλώνουν εφόσον το επιθυμούν, τη συμμετοχή τους στην ενεργό εφεδρεία, καθώς επίσης και τυχόν δεξιότητες-εξειδικεύσεις που διαθέτουν, ώστε να αξιοποιηθούν υπηρεσιακά κατά τον προσφορότερο τρόπο με την επιστρατευτική τους τοποθέτηση. Η διαδικασία από μέρους του εφέδρου περιλαμβάνει τα παρακάτω:
1) Είσοδος στην Ηλεκτρονική Εφαρμογή " Ταχυδρομείου Αποστολής - Ειδοποίησης Εφέδρου" (efedros.army.gr)
2) Σύνδεση μέσω TAXISNET ή εγγραφή, εφόσον δεν είναι ήδη χρήστης της εφαρμογής.
3) Επιλογή (check) του πεδίου "Επιθυμώ να ενταχθώ στο θεσμό του Ενεργού Εφέδρου και να συμμετέχω σε εκπαιδεύσεις στη Μονάδα που ανήκω επιστρατευτικά ή σε Κέντρο Μετεκπαίδευσης Εφεδρείας".
4) Επιλογή (check) του πεδίου "Δύναμαι να διαθέσω δεξιότητες-εξειδικεύσεις που κατέχω, στη διάθεση των Ενόπλων Δυνάμεων, από την περίοδο της ειρήνης". Ακολούθως εφόσον επιλεγεί το συγκεκριμένο πεδίο και εμφανιστεί το παράθυρο ειδικοτήτων - δεξιοτήτων ενεργού εφέδρου.
α) Επιλογή-καταγραφή του αντίστοιχου τομέα και ειδικότητας.
β) Περιγραφή των δεξιοτήτων που επέλεξε σε ελεύθερο κείμενο, στο αντίστοιχο πεδίο

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2025

ΑΡΘΡΟ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΛΙΒΥΚΗΣ ΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΙΝΩΣΗΣ: ΏΡΑ ΓΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ»

 

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

konmpalo@gmail.com

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης

Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ)

Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)

 

Η μονομερής ρηματική διακοίνωση της Λιβύης προς τον ΟΗΕ (27 Μαΐου 2025), αμφισβητεί ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τη στρατηγική του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου και τους σχεδιασμούς της Άγκυρας για έλεγχο της περιοχής.

Η παρέμβαση αυτή, σχετίζεται άμεσα με σημαντικές ελληνικές πρωτοβουλίες που πιέζουν τα τετελεσμένα της Άγκυρας, όπως η ανακήρυξη του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδιασμού, η ανακοίνωση θαλάσσιων πάρκων σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, η παρεμπόδιση της συμμετοχής της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα και η γενικότερη ενεργειακή της πολιτική.

Για παράδειγμα, η ανακοίνωση διεθνούς διαγωνισμού για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, με τη συμμετοχή της Chevron, λογικό είναι να εγείρει Τουρκικές αντιδράσεις που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση των ελληνικών ενεργειακών σχεδιασμών.

Υπό αυτό το πλαίσιο, αξίζει να αναλυθεί η ρηματική διακοίνωση της Λιβύης, ώστε να αποκαλυφθούν οι νομικές ακροβασίες και αντιφάσεις στις οποίες προβαίνει η Τρίπολη. Συγκεκριμένα θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

1.   Η ρηματική διακοίνωση υπογράφεται από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNU) της Τρίπολης. Παρά το γεγονός ότι αυτή η κυβέρνηση αναγνωρίστηκε το 2021 από τον ΟΗΕ ως προσωρινή διοίκηση για τη διεξαγωγή εκλογών, η εντολή της έχει λήξει χωρίς ποτέ να έχουν πραγματοποιηθεί εκλογές. Επιπλέον, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στην Ανατολική Λιβύη, η μόνη αιρετή αρχή της χώρας, έχει αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση της Τρίπολης, την οποία θεωρεί πολιτικά έκπτωτη και θεσμικά έκνομη. Η κυβέρνηση της Τρίπολης, όμως, εξακολουθεί να ελέγχει τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Λιβύης στον ΟΗΕ, εκμεταλλευόμενη την τυπική αναγνώριση του οργανισμού, προκειμένου να παράγει διεθνώς νομικά και διπλωματικά τετελεσμένα. Από την άποψη του Διεθνούς Δικαίου, η εν λόγω ρηματική διακοίνωση στερείται ουσιαστικής νομιμοποίησης, καθώς:

a.   Δεν εκφράζει τη βούληση του συνόλου της Λιβύης, αλλά μιας πολιτικά μεροληπτικής και θεσμικά αμφισβητούμενης διοίκησης.

b.   Είναι σε αντίθεση με τις δηλώσεις και θέσεις των θεσμικών φορέων της Ανατολικής Λιβύης, οι οποίοι έχουν χαρακτηρίσει το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο άκυρο.

c.   Αποτελεί ευθεία εργαλειοποίηση του ΟΗΕ για την προώθηση μονομερών, επεκτατικών σχεδιασμών εις βάρος της ελληνικής κυριαρχίας και του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS).

 

2.   Η ρηματική διακοίνωση της Λιβύης, επικαλείται το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο του 2019. Όπως έχω επισημάνει σε εκτενής ανάλυσή μου σε προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο: «Η ΕΛΛΗΝΟ-ΛΙΒΥΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ: ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ», το εν λόγω μνημόνιο είναι άκυρο. Επιπλέον, η Ρηματική Διακοίνωση αναφέρει, ότι το Μνημόνιο Κατανόησης έχει καταχωρισθεί στη Γραμματεία του ΟΗΕ σύμφωνα με το Άρθρο 102 του Καταστατικού Χάρτη και συνιστά δίκαιη λύση βάσει του διεθνούς δικαίου». Η επίκληση αυτή, είναι παραπλανητική, διότι το Άρθρο 102 απαιτεί απλώς καταχώριση διεθνών συμφωνιών για λόγους διαφάνειας (βλέπε: https://www.un.org/en/about-us/un-charter/full-text ). Η καταχώριση δεν συνιστά αναγνώριση ούτε νομιμοποίηση της συμφωνίας από τον ΟΗΕ. Άρα, το επιχείρημα της «καταχώρισης» δεν καθιστά το μνημόνιο έγκυρο ή δεσμευτικό για τρίτους. Με την εν λόγω θέση συμφωνούν και ο Βρετανός διπλωμάτης και ειδικός στο Διεθνές Δίκαιο Anthony Aust (βλέπε: Anthony Aust, Modern Treaty Law and Practice, 3rd ed., Cambridge: Cambridge University Press, 2013, p.p. 204–206.), αλλά και ο Βρετανός Νομικός - Ακαδημαϊκός Malcolm Shaw (βλέπε: Malcolm N. Shaw, International Law, 9th ed., Cambridge: Cambridge University Press, 2021, p. 920). Η αναφορά επίσης, ότι «συνιστά δίκαιη λύση βάσει του διεθνούς δικαίου» αποτελεί μια αυθαίρετη και νομικά αστήρικτη δήλωση, αφού το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο αγνοεί εντελώς την ύπαρξη ελληνικών νησιών, ιδίως της Κρήτης, της Καρπάθου, της Ρόδου και της Κάσου, παραβιάζοντας το άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που αναφέρει, ότι τα νησιά, κατά κανόνα, έχουν πλήρη δικαιώματα σε Αιγιαλίτιδα Ζώνη, ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδα, όπως και κάθε άλλη χερσαία επικράτεια (Βλέπε: https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf ). Επίσης, τόσο η Λιβύη όσο και η Τουρκία, με τις πρόσφατες θέσεις τους όπως αυτές αποτυπώνονται στο Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, αγνοούν πλήρως τη διεθνή νομολογία, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) και του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας (ITLOS). Ενδεικτικές είναι οι υποθέσεις Ρουμανία κατά Ουκρανίας (2009), (Βλέπε: https://www.icj-cij.org/case/132 ) και Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012), (Βλέπε: https://www.icj-cij.org/case/124 ), οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι κατοικημένα νησιά με οικονομική ζωή δεν μπορούν να αγνοούνται ή να τυγχάνουν μειωμένης επήρειας, ιδίως όταν συγκροτούν ενιαία παράκτια γεωγραφική διαμόρφωση, όπως συμβαίνει με το ελληνικό νησιωτικό τόξο.

 

3.   Οι ισχυρισμοί της Λιβύης επίσης, περί ανυπόστατης Ελληνο-Αιγυπτιακής συμφωνίας και έλλειψης κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Αιγύπτου στις θαλάσσιες περιοχές που οριοθετήθηκαν μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας είναι νομικά αβάσιμοι και αντιβαίνουν στις προβλέψεις της UNCLOS και του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Συγκεκριμένα:

a.  Η παραπάνω αναφορά είναι παραπλανητική και σε αντίθεση με το εθιμικό και συμβατικό διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Αίγυπτος διαθέτουν σαφή και θεμελιωμένα κυριαρχικά δικαιώματα στις θαλάσσιες περιοχές που παρανόμως οριοθέτησαν η Τουρκία και η Λιβύη. Το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο αγνοεί πλήρως την ύπαρξη μεγάλων κατοικήσιμων ελληνικών νησιών (Κρήτη, Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος), τα οποία διακόπτουν τη δήθεν κοινή θαλάσσια «γειτνίαση» μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Σύμφωνα με το Άρθρο 121 παρ. 2 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), τα κατοικήσιμα νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη. Η διαγραφή της επήρειάς τους αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου (Βλέπε:  https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf ).  Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία κατά Μάλτας (1985) , όπου το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θεώρησε αυτονόητο ότι τα νησιωτικά κράτη, όπως η Μάλτα, διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και δικαιώματα θαλάσσιας οριοθέτησης, απορρίπτοντας την απόπειρα της Λιβύης να θεμελιώσει την επιχειρηματολογία της αποκλειστικά σε γεωλογικά κριτήρια. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε επίσης, ότι ακόμη και όταν υπάρχει σημαντική διαφορά ακτογραμμών, τα νησιωτικά εδάφη διαθέτουν επήρεια, η οποία μπορεί να προσαρμόζεται, ανάλογα με τις σχετικές περιστάσεις (π.χ. το μέγεθος και τη γεωγραφική τους θέση), αλλά όχι να μηδενίζεται. Η νομολογία αυτή καθιστά σαφές, ότι η Λιβύη δεν μπορεί να αγνοεί τα ελληνικά νησιά (Κρήτη, Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος) στον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών, όπως ακριβώς δεν μπόρεσε να το πράξει ούτε στην περίπτωση της Μάλτα (Βλέπε: https://www.icj-cij.org/case/68 ). Επίσης, παρότι η Τουρκία και η Λιβύη (η οποία υπέγραψε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1984 αλλά ουδέποτε την επικύρωσε), δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην UNCLOS, δεν μπορούν να αγνοούν εθιμικούς κανόνες που αυτή ενσωματώνει όπως τις διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, την αρχή της μέσης γραμμής ως αφετηρία οροθέτησης  και τη δυνατότητα διμερούς συμφωνίας. Οι διατάξεις αυτές έχουν εθιμική ισχύ και δεσμεύουν όλα τα κράτη, ακόμη και εκείνα που δεν έχουν κυρώσει τη Σύμβαση (βλ. International Court of Justice, North Sea Continental Shelf Cases, Judgment, ICJ Reports 1969, pp. 3, paras. 63–81 στο https://www.icj-cij.org/case/52  καθώς και UNCLOS Part V – Exclusive Economic Zone στο https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/part5.htm  και Part VI – Continental Shelf στο https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/part6.htm , United Nations Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea). Επιπλέον, η παράνομη Τουρκο-Λιβυκή οριοθέτηση δεν μπορεί να ακυρώσει την προγενέστερη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που συνάδει με το διεθνές δίκαιο (Βλέπε απόσπασμα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) — Maritime Delimitation in the Mediterranean Sea (Libya v. Malta), 3 Ιουνίου 1985,  https://www.icj-cij.org/en/case/68 ). Επιπρόσθετα, η  Ελληνο-Αιγυπτιακή Συμφωνία για την οριοθέτηση ΑΟΖ έχει συναφθεί μεταξύ δύο παράκτιων κρατών με γειτονικές θαλάσσιες ζώνες και αποτελεί διμερή διεθνή συνθήκη, σύμφωνη με το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), κυρωμένη από τα δύο κοινοβούλια και κατατεθειμένη στα Ηνωμένα Έθνη. Η Λιβύη ως μη συμβαλλόμενο μέρος δεν δικαιούται να αμφισβητεί ή να παρεμβαίνει στην εν λόγω Συμφωνία βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης της Βιέννης (Βλέπε: Άρθρο 34 της Vienna Convention on the Law of Treaties (1969), https://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/conventions/1_1_1969.pdf ). Τέλος, οι Ελληνικές άδειες εξερεύνησης υδρογονανθράκων και οι Ζώνες Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (MSP) που υιοθετήθηκαν τον Απρίλιο του 2025 εντάσσονται στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και ασκούνται σε περιοχές σαφώς εντός της δικαιοδοσίας της.

 

4.   Ο ισχυρισμός επίσης, ότι ορισμένες περιοχές του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ) της Ελλάδας παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Λιβύης δεν έχει νομική βάση. Ο ΘΧΣ δεν συνιστά διεθνή συμφωνία ή μονομερή οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών που παράγει δεσμευτικά δικαιώματα έναντι τρίτων κρατών. Βασίζεται στην Οδηγία 2014/89 της Ε.Ε. για τη Θαλάσσια Χωροταξία και αποτελεί εθνικό εργαλείο εφαρμογής δημόσιας πολιτικής ρυθμίζοντας θέματα χρήσης και προστασίας του θαλάσσιου χώρου και δεν συνιστά οριοθέτηση. Συνεπώς, δεν απαιτείται να λαμβάνει υπόψη «απόψεις τρίτων», ιδίως όταν δεν υφίσταται νομική βάση θαλάσσιας διεκδίκησης από αυτά τα κράτη στην περιοχή.

 

5.   Η επισήμανση επίσης, ότι η Ελλάδα ανακήρυξε μονομερώς Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) στο Ιόνιο Πέλαγος, η οποία επεκτείνεται εντός της Λιβυκής υφαλοκρηπίδας και παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα της Λιβύης είναι εξωπραγματική και στερείται κάθε νομικής βάσης. Συγκεκριμένα:

a.   Η ΑΟΖ στο Ιόνιο Πέλαγος δεν συνορεύει με τη Λιβύη. Το Ιόνιο εκτείνεται δυτικά της Ελλάδας, ενώ η Λιβύη βρίσκεται νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου.

b.   Η ανακήρυξη ΑΟΖ στο Ιόνιο έγινε εντός περιοχής χωρίς διακρατικές επικαλύψεις με τρίτα κράτη και σε εφαρμογή της Διμερούς Συμφωνίας Οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Ιταλίας (2020), η οποία στηρίζεται στην αρχή της μέσης γραμμής σύμφωνα με το άρθρο 74, παρ. 1 της UNCLOS  και δεν αφορά καμία περιοχή εγγύς της Λιβύης. Τέλος, σε αντίθεση με τα όσα ανεδαφικά αναφέρει το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, στη Διμερής Συμφωνία Οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Ιταλίας (2020), αναγνωρίστηκε εκ νέου η επήρεια όλων των νησιωτικών εδαφών σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας.

Συνεπώς, η ανακήρυξη ΑΟΖ στο Ιόνιο Πέλαγος όχι μόνο δεν είναι μονομερής, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας και δεν αφορά κατά κανένα τρόπο την περιοχή της Λιβύης.

6.   Τέλος, η θέση που διατυπώνει η Λιβύη στη ρηματική διακοίνωση, ότι ο καθορισμός της μέσης γραμμής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη λιβυκή εσωτερική νομοθεσία, το κλείσιμο του Κόλπου της Σύρτης (όπου αποτελεί ιστορικό κόλπο υπό λιβυκή κυριαρχία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο), την αγνόηση των νησιών και το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο καθώς επίσης, η αναφορά σε ειρηνικά μέσα για την επίλυση διαφορών όπως ορίζονται στο Άρθρο 33 του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης βάσει αμοιβαίας συμφωνίας, είναι ανυπόστατη και νομικά διάτρητη. Συγκεκριμένα:

a.   Η εσωτερική νομοθεσία δεν υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου. Άρα, η επίκληση της λιβυκής νομοθεσίας (περί αλιευτικής ζώνης ή «κλεισίματος» του Κόλπου της Σύρτης) δεν δεσμεύει τρίτα κράτη και δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας [Βλέπε: Άρθρο 27 – Σύμβαση Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) https://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/conventions/1_1_1969.pdf ].

b.   Η επίκληση της Λιβύης για τον «Κόλπο της Σύρτης» ως «ιστορικού κόλπου» δεν έχει ποτέ αναγνωριστεί διεθνώς και αντιβαίνει στα κριτήρια που έχουν τεθεί από τη διεθνή νομολογία και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), (Βλέπε Άρθρο 10 UNCLOS  https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf ). Επιπλέον, η Λιβύη υποπίπτει σε προφανή νομική αντίφαση, καθώς αναγνωρίζει την επήρεια της Σικελίας κατά την οριοθέτηση με την Ιταλία, ενώ την ίδια στιγμή αρνείται τα πλήρη δικαιώματα των ελληνικών νησιών (Κρήτη, Ρόδος, Κάσος, Κάρπαθος), κατά κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 121 της UNCLOS και της σχετικής νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου.

c.   Η πρόθεση διαλόγου και ειρηνικής επίλυσης διαφορών, επικαλούμενη το άρθρο 33 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, προϋποθέτει την αμοιβαία συμφωνία των μερών για διαδικασία και πλαίσιο. Το να επικαλείσαι το άρθρο 33 όταν έχεις προβεί σε μονομερείς και αμφισβητούμενες ενέργειες (Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, αγνόηση της ύπαρξης δικαιωμάτων των νησιών, έκδοση μονομερών δηλώσεων περί θαλάσσιας κυριαρχίας),   είναι προσχηματικό και υποκριτικό, καθώς υπονομεύει τις θεμελιώδεις αρχές της καλής πίστης και της ειρηνικής επίλυσης διαφορών που το ίδιο το άρθρο 33 προϋποθέτει (βλέπε: https://www.un.org/en/about-us/un-charter/chapter-6 ).

Υπό αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καλείται να απαντήσει με ψυχραιμία αλλά και αποφασιστικότητα. Δεν αρκεί μόνο η διπλωματική αντίκρουση, αλλά απαιτείται πολυεπίπεδη στρατηγική αντεπίθεσης, που θα συνδυάζει το διεθνές δίκαιο, τη διπλωματία, την ενεργειακή γεωστρατηγική και την αποτροπή, ώστε να προστατευθούν τα εθνικά συμφέροντα και να αποτραπεί η εμπέδωση τετελεσμένων. Ειδικότερα απαιτείται:

1.   Κατάθεση αντί-ρηματικής διακοίνωσης στον ΟΗΕ με πλήρη απόρριψη των λιβυκών αιτιάσεων και νομική τεκμηρίωση βάσει UNCLOS. Παράλληλα, η προσφυγή της Ελλάδας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με θεματική συνεδρίαση για την UNCLOS, μπορούν να ακυρώσουν θεσμικά το αφήγημα του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου.

2.   Διαβίβαση υπομνήματος στην Ε.Ε. και στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καταγγέλλοντας την παραβίαση του άρθρου 123 UNCLOS από τη Λιβύη, με εμφανή καθοδήγηση της Τουρκίας, στο πλαίσιο  εργαλειοποίησης της κατάστασης στη Μεσόγειο.

3.   Διεκδίκηση κοινής ευρωπαϊκής δήλωσης υπεράσπισης του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (όπως έγινε στην περίπτωση Τουρκίας το 2019 και 2020).

4.   Η συγκρότηση διεπιστημονικής ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου και η θεσμική συνεργασία με διεθνώς αναγνωρισμένα Think Tanks και πανεπιστήμια μπορούν να ενισχύσουν θεσμικά τις ελληνικές θέσεις, να ενδυναμώσουν την παρουσία της χώρας στον διάλογο για το διεθνές δίκαιο και να στηρίξουν τη στρατηγική της διείσδυση στα διεθνή φόρα.

5.   Συγκρότηση τετραμερούς πολιτικής ομάδας μεταξύ Ελλάδας, Γαλλίας, Αιγύπτου και Ιταλίας, για τη διαχείριση του λιβυκού ζητήματος και την εδραίωση της σταθερότητας και της ειρήνης στη Λιβύη.

6.   Η εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με Αίγυπτο και Κύπρο, μέσω κοινών διπλωματικών ενεργειών, στρατιωτικής και ενεργειακής συνεργασίας.

7.   Η ενίσχυση της διπλωματικής παρουσίας και της πολιτικής επιρροής της Ελλάδας στην Ανατολική Λιβύη,  μέσα από την ανάπτυξη σταθερών σχέσεων εμπιστοσύνης με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και τις τοπικές διοικητικές αρχές της Βεγγάζης. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον ρόλο της Βεγγάζης ως εταίρου σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η μεταναστευτική διαχείριση, η θαλάσσια ασφάλεια και η καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Παράλληλα, μπορεί να προσφερθεί τεχνική και θεσμική συνεργασία, όπως:

a.   Εκπαίδευση στελεχών ασφαλείας και αξιωματικών της Ανατολικής Λιβύης σε ελληνικές στρατιωτικές σχολές (Σχολή Ευελπίδων, Σχολές Πολέμου κ.λπ),

b.   Σύσταση διμερούς μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών και διαβούλευσης σε θέματα ασφαλείας, με έμφαση στην τρομοκρατία, τη διακίνηση όπλων και ανθρώπων και

c.  Ανάπτυξη πλαισίου συνεργασίας σε επιχειρησιακά ζητήματα παράκτιας αστυνόμευσης και θαλάσσιας επιτήρησης.

8.   Η προληπτική διαχείριση των σχέσεων με την Ιταλία, τη Μάλτα και την Ισπανία συνιστά κρίσιμη συνιστώσα της ελληνικής στρατηγικής έναντι των εξελίξεων στη Λιβύη. Μέσω της εμβάθυνσης της ενεργειακής συνεργασίας, της ενίσχυσης του θεσμικού διαλόγου και της προώθησης κοινών θέσεων στο πλαίσιο της Ε.Ε., η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή συνοχή και να προλάβει το ενδεχόμενο σύγκλισης των εν λόγω κρατών με την Τουρκία και τη Λιβύη.

9.   Η εκπόνηση και υλοποίηση μιας στοχευμένης διεθνούς εκστρατείας δημόσιας διπλωματίας, αναδεικνύοντας τον επιθετικό χαρακτήρα της Τουρκο-Λιβυκής στρατηγικής και προβάλλοντας το ρόλο της Ελλάδας ως εγγυήτριας της διεθνούς νομιμότητας και της ευρωπαϊκής σταθερότητας στη Μεσόγειο.  

Εν κατακλείδι, η απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι αμυντική.

Οφείλει να αντεπιτεθεί στρατηγικά και με θεσμική τεκμηρίωση, ώστε να απεγκλωβιστεί από τη διαχείριση τετελεσμένων.

Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει την πρόκληση σε ευκαιρία και να καθορίσει η ίδια, τις εξελίξεις.