Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Η τουρκική αντίδραση στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποκαλύπτει ότι η αποτροπή χτίζεται με έργα και όχι με εθνικιστικές κορώνες

  

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

  Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος


Την ώρα που στην Ελλάδα οι γνωστοί λαϊκιστές υπερπατριώτες ασκούν διαρκή και έντονη κριτική σε όσους διαμορφώνουν και ασκούν την εξωτερική πολιτική της χώρας, κατηγορώντας την κυβέρνηση για πολιτική ανεπάρκεια, υποχωρητικότητα, κατευνασμό, έλλειψη εθνικής στρατηγικής και ανεπαρκή πατριωτική στάση απέναντι στην αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Τούρκοι αναλυτές και τουρκικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν την εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας, ως μια εξέλιξη που μεταβάλλει τους συσχετισμούς ισχύος και τα δεδομένα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ειδικότερα, η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει βρεθεί στο επίκεντρο της τουρκικής δημόσιας συζήτησης, με αναλυτές να υποστηρίζουν ότι το σύστημα έχει ως πραγματικό στόχο την Τουρκία, καθώς και ότι η αμυντική συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ για την προμήθειά της, είναι μια «ύπουλη» συμφωνία.

Παράλληλα, αναπτύσσεται ένα ευρύτερο τουρκικό αφήγημα που επιχειρεί να παρουσιάσει γενικότερα την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία, ως μέρος μιας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο με κεντρικό στόχο την Τουρκία.

Συγκεκριμένα, η τουρκική πολιτική ηγεσία, μέσω της ιδιαίτερα σκληρής ρητορικής που έχουν αναπτύξει ο Πρόεδρος κ. Ερντογάν και ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Χακάν Φιντάν απέναντι στο Ισραήλ, επιχειρεί να εντάξει τις νέες περιφερειακές συνεργασίες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης με το Τελ Αβίβ.

Έτσι, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα ελληνικό αμυντικό πρόγραμμα, αλλά επιχειρείται να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο τουρκικό αφήγημα περί διαμόρφωσης ενός εχθρικού γεωπολιτικού άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αξιολογώντας τα ανωτέρω δεδομένα, το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό και ξεκάθαρο.

Αν πράγματι η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας,  όπως υποστηρίζουν οι επικριτές της, με την πολιτική των «ήρεμων νερών» υπονομεύει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, αποδυναμώνει την εθνική άμυνα και ασφάλεια και ακυρώνει την ελληνική αποτροπή, τότε γιατί η Τουρκία αντιδρά με τέτοια ένταση σε μια στρατηγική επιλογή του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και της ελληνικής κυβέρνησης;

Το αμέσως επόμενο ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν όσοι επίμονα επενδύουν πολιτικά στο αφήγημα της «ανίσχυρης Ελλάδας», είναι ακόμη πιο συγκεκριμένο.

Αν η Ελλάδα είναι πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι γνωστοί λαϊκιστές υπερπατριώτες, μια χώρα απομονωμένη, χωρίς ισχυρές συμμαχίες, με ανεπαρκή αποτρεπτική ισχύ και εγκλωβισμένη σε φοβικά σύνδρομα απέναντι στην Τουρκία, γιατί η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ προκαλεί τόσο έντονη συζήτηση, ανησυχία και προσπάθεια πολιτικής απονομιμοποίησης στην απέναντι πλευρά;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στις κραυγές, ούτε στις λαϊκιστικές και εθνικιστικές κορώνες για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

Βρίσκεται στα γεγονότα. Και τα γεγονότα δείχνουν ότι η πραγματική αποτροπή οικοδομείται με σύνεση, σοβαρότητα,  στρατηγικό σχεδιασμό, πραγματικές αμυντικές δυνατότητες, τεχνολογία, διεθνή αξιοπιστία και συμμαχίες με στρατηγικό βάθος.

Αλλά υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί από όσους επιμένουν να παρουσιάζουν την Ελλάδα ως «ανίσχυρη» και «απομονωμένη».

Μήπως τελικά, η εικόνα της Ελλάδας που συστηματικά καλλιεργείται στο δημόσιο διάλογο από κάποιους πολιτικούς και δημοσιολογούντες, αλλά και από ορισμένα μέσα ενημέρωσης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που αξιολογεί η ίδια η Τουρκία;

Γιατί υπάρχει μια κρίσιμη αντίφαση που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Αν η Ελλάδα είναι πράγματι τόσο αδύναμη, τόσο απομονωμένη και τόσο φοβισμένη απέναντι στην Τουρκία όσο υποστηρίζουν ορισμένοι στο εσωτερικό της χώρας, τότε γιατί η Άγκυρα αντιδρά έντονα στην ενίσχυση των ελληνικών αμυντικών δυνατοτήτων και στην εμβάθυνση των στρατηγικών συνεργασιών της Αθήνας;

Η Τουρκία δεν μπορεί να αντιδρά σε μια Ελλάδα που παραμένει στάσιμη, αδύναμη, φοβική και της επιβάλει συνεχώς την πολιτική της μέσω τετελεσμένων. 

Αντιδρά σε μια Ελλάδα που αλλάζει.

Αντιδρά, σε μια Ελλάδα που ενισχύει συνεχώς τις Ένοπλές Δυνάμεις της και αναβαθμίζει την αποτρεπτική της ικανότητα.

Αντιδρά σε μια Ελλάδα που εμβαθύνει τις στρατηγικές της συνεργασίες, δημιουργεί δίκτυα περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας και διευρύνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αντιδρά σε μια υπολογίσιμη δύναμη που δεν περιορίζεται απλά στην αγορά κάποιων οπλικών συστημάτων, αλλά επιδιώκει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και πολυεπίπεδου αμυντικού οικοσυστήματος.

Τέλος, αντιδρά σε μια Ελλάδα που αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε απόπειρας αμφισβήτησης της ασφάλειας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Και αυτά είναι ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία που πρέπει να αξιολογήσουμε.

Γιατί η πραγματική αξιολόγηση της ελληνικής ισχύος δεν μπορεί να γίνεται μέσα από εθνικιστικές κορώνες και διαγωνισμούς υπερπατριωτισμού στο εσωτερικό της χώρας.

Αξιολογείται πρωτίστως από τις πραγματικές δυνατότητες που αποκτά η Ελλάδα, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτές αξιολογούνται και κυρίως, γίνονται αντιληπτές από την τουρκική πλευρά.

Γιατί στην αποτροπή δεν έχει σημασία μόνο η ισχύς που διαθέτεις. Έχει σημασία και η ισχύς που ο αντίπαλος αντιλαμβάνεται ότι διαθέτεις, η αξιοπιστία με την οποία την αποτυπώνεις και το κόστος που εκτιμά ότι θα κληθεί να καταβάλει εάν επιχειρήσει να την αμφισβητήσει.

Και υπό αυτή την έννοια, η ένταση της τουρκικής αντίδρασης στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και στη στρατηγική εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ αποτελεί ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση της τουρκικής αντίδρασης, η οποία δεν πρέπει να αγνοηθεί από την ελληνική πολιτική ηγεσία. Η διάσταση αυτή, αφορά την προσπάθεια της Άγκυρας να διαμορφώσει ένα αφήγημα που θα απονομιμοποιήσει τις ελληνικές αμυντικές επιλογές, παρουσιάζοντάς τες όχι ως μέτρα ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας και αποτροπής, αλλά ως επιθετικές και αποσταθεροποιητικές κινήσεις που εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό εναντίον της Τουρκίας.

Το αφήγημα αυτό, δεν πρέπει απλώς να καταγραφεί από την ελληνική πλευρά, αλλά και να αναλυθεί, να αποδομηθεί και να αντιμετωπιστεί στρατηγικά.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει να κυριαρχήσει το τουρκικό αφήγημα και να εγκλωβιστεί σε μια συζήτηση για την αμυντική της πολιτική με το πλαίσιο που θέτει η Τουρκία. 

Οφείλει να αναδείξει τις πραγματικές διαστάσεις των επιλογών της και να απαντήσει με επιχειρήματα στους βασικούς ισχυρισμούς που επιχειρεί να επιβάλει η τουρκική πλευρά.

Υπό το πρίσμα αυτό, σε σχέση με τον τουρκικό ισχυρισμό ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ένα επιθετικό σχέδιο που στοχεύει την Τουρκία θα πρέπει να επισημανθεί, ότι πρόκειται για  ένα πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας και όχι για ένα επιθετικό σύστημα σχεδιασμένο για την προβολή στρατιωτικής ισχύος εναντίον τρίτων χωρών.

Σε καμία περίπτωση, η αμυντική ενίσχυση μιας χώρας δεν μετατρέπεται σε επιθετική ενέργεια, επειδή προκαλεί ανησυχία στην απέναντι πλευρά.

Αν ίσχυε αυτή η λογική, τότε κάθε αμυντική επένδυση ενός κράτους θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται «επιθετική» από οποιονδήποτε τρίτο αισθάνεται, ότι περιορίζεται η σχετική του στρατιωτική υπεροχή.

Το γεγονός ότι ένα αμυντικό σύστημα μπορεί να επηρεάζει τους στρατιωτικούς υπολογισμούς της Τουρκίας, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του.

Αντιθέτως, ακριβώς αυτή η μεταβολή των υπολογισμών, αποτελεί βασικό στοιχείο της αποτρεπτικής λειτουργίας του.

Η ουσία της αποτροπής είναι να καταστήσει σαφές στον δυνητικό αντίπαλο, ότι οποιαδήποτε απόπειρα χρήσης στρατιωτικής ισχύος θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικές δυνατότητες άμυνας και συνεπώς, θα συνεπάγεται υψηλότερο κόστος.

Υπό αυτή την έννοια, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί μηχανισμό επιθετικής προβολής ισχύος, αλλά μηχανισμό ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας απέναντι σε μια πιθανή επίθεση.

Δεν δημιουργεί από μόνη της μια νέα επιθετική δυνατότητα της Ελλάδας, αλλά ενισχύει την ικανότητά της να προστατεύει τον εναέριο χώρο, τις Ένοπλες Δυνάμεις, τις κρίσιμες υποδομές και τον πληθυσμό της.

Επομένως, ο τουρκικός ισχυρισμός επιχειρεί να συγχέει δύο διαφορετικές έννοιες: την αμυντική ικανότητα και την επιθετική πρόθεση.

Το ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας ως παράγοντα που επηρεάζει τους δικούς της στρατιωτικούς σχεδιασμούς, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά επιθετικές προθέσεις.

Σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερη ικανότητα να αποτρέπει ή να αντιμετωπίζει μια πιθανή επίθεση.

Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ουσία της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Δεν είναι μια ασπίδα εναντίον της Τουρκίας, αλλά μια ασπίδα υπέρ της Ελλάδας.

Η διαφορά δεν είναι επικοινωνιακή, αλλά στρατηγική.

Γιατί ένα κράτος που ενισχύει την αμυντική του ικανότητα δεν δημιουργεί κατ’ ανάγκη αστάθεια.

Μπορεί αντίθετα, να συμβάλλει στη σταθερότητα, όταν η ενίσχυση αυτή καθιστά λιγότερο ελκυστική την επιλογή της στρατιωτικής πίεσης ή απειλής του αντιπάλου και αυξάνει την πιθανότητα μιας κρίσης να παραμείνει υπό έλεγχο.

Επομένως, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απολογηθεί για το γεγονός, ότι ενισχύει την άμυνά της.

Χρειάζεται να εξηγήσει με σαφήνεια γιατί το κάνει και ποιον σκοπό υπηρετεί.

Ο σκοπός είναι η προστασία, η λογική είναι η αποτροπή και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η ειρήνη μέσω μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος.

Όσον αφορά τον τουρκικό ισχυρισμό, ότι η ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία δημιουργεί έναν «εχθρικό άξονα» εναντίον της Τουρκίας, θα πρέπει να τονιστεί ότι η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ δεν δημιουργήθηκε για να περικυκλώσει την Τουρκία.

Αντιθέτως, έχει αναπτυχθεί σταδιακά εδώ και μια δεκαετία και περιλαμβάνει την άμυνα, την ενέργεια, την τεχνολογία, την πολιτική προστασία, την οικονομία και ευρύτερα ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.

Η Ελλάδα δεν συμμετέχει και δεν χρειάζεται να συμμετάσχει σε κανένα «αντιτουρκικό άξονα».

Χρειάζεται και οικοδομεί δίκτυα στρατηγικών συνεργασιών που ενισχύουν την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τη στρατηγική της αυτονομία.

Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ένας άξονας συγκροτείται εναντίον κάποιου, ενώ ένα δίκτυο συνεργασιών συγκροτείται για την επίτευξη κοινών συμφερόντων.

Η προσπάθεια της Άγκυρας να αντιστρέψει την πραγματικότητα και να παρουσιάσει κάθε ελληνική στρατηγική συνεργασία ως μέρος ενός σχεδίου «περικύκλωσης της Τουρκίας» αποκαλύπτει περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβάνεται το περιφερειακό περιβάλλον, παρά τον πραγματικό χαρακτήρα των ελληνικών επιλογών.

Τέλος, σε σχέση με τον τουρκικό ισχυρισμό ότι η  Ελλάδα, μέσω της συνεργασίας της με το Ισραήλ και της ενίσχυσης της αμυντικής της ικανότητας, μετατρέπεται σε μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία και κατ’ επέκταση, επιλέγει μια στρατηγική έντασης απέναντί της, η ελληνική απάντηση θα πρέπει να είναι εξίσου σαφής.

Η Ελλάδα δεν έχει επιλέξει και δεν επιθυμεί να επιλέξει τη στρατηγική της έντασης.

Αντιθέτως, τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφώσει ένα μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που συνδυάζει τον ενεργό διάλογο, τους ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, την ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών και τη συνεχή ενίσχυση  της αποτρεπτικής της ικανότητας.

Πρόκειται για μια -όπως έχω αναφέρει σε παλαιότερο άρθρο μου- «Στρατηγική Ευθύνης» σύμφωνα με την οποία ο διάλογος δεν αντιμετωπίζεται ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, περιορισμού της έντασης και δημιουργίας συνθηκών σταθερότητας, χωρίς να εγκαταλείπεται η ανάγκη διατήρησης ισχυρής και αξιόπιστης αποτροπής.

Ειδικότερα, μέσω αυτής της «Στρατηγικής Ευθύνης» η Ελλάδα επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από τον συνδυασμό διαλόγου και αποτρεπτικής ισχύος, αποφεύγοντας μια «Στρατηγική Έντασης», η οποία επενδύει στη ρητορική της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης και μπορεί να εγκλωβίσει τις δύο χώρες σε ένα φαύλο κύκλο κλιμάκωσης και αστάθειας.

Η Ελλάδα επενδύει στο διάλογο, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της.

Συνομιλεί με την Τουρκία και ταυτόχρονα, αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής επιλογής εναντίον της.

Διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, χωρίς να αποδέχεται τετελεσμένα και να εγκαταλείπει τις κόκκινες γραμμές και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Αυτό δεν είναι «Πολιτική Κατευνασμού», αλλά «Στρατηγική Ευθύνης».

Όταν μια χώρα προμηθεύεται αεροπλάνα Rafale, εκσυγχρονίζει τα F16 σε επίπεδο Viper, προετοιμάζεται για την ένταξη των F-35 στον αμυντικό της σχεδιασμό, ενισχύει το Πολεμικό της Ναυτικό με νέες φρεγάτες Belharra και Bergamini και προχωρά στην ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», δεν ακολουθεί πολιτική Κατευνασμού.

Οικοδομεί ισχυρή εθνική αποτροπή μέσα από μια συνεκτική «Στρατηγική Ευθύνης».

Εν κατακλείδι, η έντονη τουρκική αντίδραση στη συμφωνία για την απόκτηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αποτελεί ένα στοιχείο που πρέπει να αξιολογηθεί με στρατηγική ψυχραιμία.

Υποδηλώνει, ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως μια ανίσχυρη και απομονωμένη χώρα, όπως συχνά επιχειρείται να παρουσιαστεί στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, αλλά ως μια υπολογίσιμη δύναμη, η οποία ενισχύει τις αμυντικές της δυνατότητες, διευρύνει τις στρατηγικές της συνεργασίες και αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ή αναθεωρητικής επιλογής εναντίον της.

Ταυτόχρονα, η προσπάθεια της Άγκυρας να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική ενίσχυση ως επιθετική ενέργεια, επιβεβαιώνει την ανάγκη η Ελλάδα, να μην αφήνει τρίτους να καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογούνται οι εθνικές της επιλογές.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα οφείλει να συνεχίσει να διαμορφώνει και να προβάλλει με πειστικό τρόπο το δικό της στρατηγικό αφήγημα, ότι η ενίσχυση της εθνικής της άμυνας δηλαδή, δεν αποτελεί απειλή για κανέναν, αλλά προϋπόθεση ασφάλειας, σταθερότητας και αξιόπιστης αποτροπής.

Τέλος, η έντονη αντίδραση της Τουρκίας στις εθνικές και αμυντικές στρατηγικές επιλογές της Ελλάδας καταδεικνύει με ιδιαίτερα σαφή τρόπο, ότι η  εθνική ισχύς δεν κρίνεται από το ποιος εμφανίζεται πιο «πατριώτης» στο εσωτερικό της χώρας.

Κρίνεται και αξιολογείται από τις πραγματικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα, από τις στρατηγικές συμμαχίες που οικοδομεί και κυρίως, από τον τρόπο με τον οποίο οι δυνατότητες αυτές γίνονται αντιληπτές από εκείνους που ενδέχεται να τις αμφισβητήσουν.

Γιατί η πραγματική αποτροπή χτίζεται με έργα και όχι με εθνικιστικές κορώνες.



Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

17 Αυγούστου 1881 ΜΕ ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΑ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ 145 ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΖΥΓΟ

του Γιώργου Σύρου, ιστορικού/μουσειοπαιδαγωγού

 Για να μιλήσουμε για τις 17 Αυγούστου 1881 πρέπει να πιάσουμε το νήμα της ιστορίας όχι μόνο από το 1821 αλλά πολύ πιο πίσω. Εννέα χρόνια πριν την Πτώση της Πόλεως ο Αλμυρός επιχειρεί να αποτινάξει τον μωαμεθανό κατακτητή. Ακολουθούν δεκάδες κινήματα εθνικά μέχρι να φθάσουμε το 1821. Το 1444, το 1689, το 1770, το 1799, το 1809.

  • Την ατυχή ημέρα δε της 8ης Μαϊου του 1821, ο Αλμυρός θα έπαιρνε τα όπλα, αλλά ο Αγάς αιχμαλώτισε τα γυναικόπαιδα στον διαβόητο Πύργο του «Κουτσιούκου» (στην οδό Μετσόβου 12).
  • Το 1854 στα «Κελέρια» Πλατάνου 42 οπλαρχηγοί έδωσαν Όρκο στο Ευαγγέλιο για την Απελευθέρωση της Πατρίδας. Ακολούθησαν οι ένδοξες μάχες στις 12-13 Μαρτίου στην περιοχή του Πλατάνου, στις οποίες οι Έλληνες κατήγαγαν μεγάλες νίκες έναντι των Οθωμανών, τρέποντάς τους σε άτακτη φυγή προς τον Αλμυρό. Ωστόσο τον Απρίλιο οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να ισοπεδώσουν τον Πλάτανο.
  • Το πύρινο 1878, όπου οι Αλμυριώτες ήρωες παίρνουν την ρεβάνς και κατακόπτουν τα οθωμανικά στίφη στην Παναγία Ξενιά, στον Πλάτανο, στην Μακρινίτσα. Στις 10 Απριλίου 1878, ωστόσο, στα «Κελέρια» οι Μεγάλες Δυνάμεις απαίτησαν «συμμόρφωση» και παύση του πυρός. Οι πρόξενοι της Αγγλίας και της Γαλλίας, ζήτησαν από τον Θρασύβουλο Βελέντζα και τους λοιπούς οπλαρχηγούς να καταθέσουν τα όπλα, διαβεβαιώνοντας πως τα αιτήματα περί απελευθερώσεως της Θεσσαλίας θα διευθετηθούν ειρηνικώς και όχι πολεμικώ δικαίω. Είχε αποφασισθεί ότι η Ελευθερία έπρεπε να φανεί ότι ανεκτήθη χάρη στις Προστάτιδες Δυνάμεις και όχι μέσω της ακατάβλητης μαχητικότητας των Ελλήνων.

Για την ιστορία, οι Αλμυριώτες επαναστάτες ήταν οι τελευταίοι που άφησαν τις θέσεις μάχης! Τα υπόλοιπα επαναστατικά σώματα της Θεσσαλίας φαίνεται πως επείσθησαν από τις υποσχέσεις των Άγγλων για τις επικείμενες παρεμβάσεις τους στο Συνέδριο του Βερολίνου. Οι Αλμυριώτες δεν παρεδόθησαν, αλλά κατέθεσαν τα όπλα αναγκαστικώς. Συνειδητοποιώντας, λοιπόν, ότι έμειναν μόνοι τους, διελύθησαν· απέστειλαν όμως στους Άγγλους ανακοίνωση λακωνική και σαφή εν είδει όρου:

«Καταθέτουμε τὰ ὅπλα ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, δι’ ὅν ἐδράξαμεν τὰ ὅπλα…».

Ήταν Απελευθέρωση, λοιπόν, το 1881 και όχι απλώς προσάρτηση. Η ελευθερία κατεκτήθη μετά από αιματηρούς αγώνες στα πεδία των μαχών. Στους αγώνες αυτούς πρωταγωνίστησαν, πολέμησαν και δοξάσθησαν μαχητές, πράττοντας το ιερό καθήκον προς την Πατρίδα. Αν δεν είχε προηγηθεί η ακατάβλητη μαχητικότητα των αγωνιστών, είναι αμφίβολο αν ερχόταν η Απελευθέρωση.

Η Συνθήκη του Βερολίνου (13 Ιουλίου 1878) δικαιώνει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Τρία έτη μετά οι αποφάσεις του κατοχυρώνονται και οι διαπραγματεύσεις αποπερατώνονται μέσω της Συμφωνίας της Κωνσταντινουπόλεως (28 Μαρτίου 1881): Το 1881 η Θεσσαλία προσαρτάται στο ελληνικό κράτος.

Στις 17 Αυγούστου 1881 ορίστηκε η απελευθέρωση της περιοχής του Αλμυρού,

στις 31 Οκτωβρίου 1881 η απελευθέρωση του Βελεστίνου και,

στις 2 Νοεμβρίου 1881 η απελευθέρωση του Βόλου, δια της εισόδου του ελληνικού στρατού στην πόλη του μυθικού Ιάσονος. Επικεφαλής του ελληνικού στρατού ήταν ο αξιωματικός Σκαρλάτος Σούτσος, ο οποίος εισήλθε στον Βόλο με τιμές ελευθερωτή-σωτήρα.

Από τον Σύνδεσμο Εφέδρων Αξιωματικών Ν. Μαγνησίας στις εκδηλώσεις παρέστη και κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο πεσόντων το μέλος του Συνδέσμου κ. Αθανάσιος Χριστοδούλου.







Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η μάχη της Μίας Μηλιάς: Η τραγωδία της Κύπρου ολοκληρώνεται

 Οι Τούρκοι διέπραξαν τρομερές κτηνωδίες απέναντι στους τραυματίες ή τους αιχμάλωτους Εθνοφρουρούς - Εν ψυχρώ εκτελέσεις, βιασμοί γυναικών ανεξαρτήτως ηλικίας, κακοποιήσεις παιδιών και γερόντων…


Σήμερα είναι μια ακόμα τραγική επέτειος για τον Ελληνισμό καθώς πριν από 52 χρόνια καταλήφθηκε η πόλη της Αμμοχώστου στην Κύπρο με τον Αττίλα ΙΙ και ολοκληρώθηκε η τουρκική εισβολή στο νησί με τον πλέον άσχημο τρόπο.

Η κατάληψη της πόλης της Αμμοχώστου κατά τον Αττίλα ΙΙ είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της τραγωδίας του 1974 καθώς επετεύχθη λόγω προδοσίας, αφέλειας και μη προνοητικότητας καθώς ακόμα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις που δρούσαν τότε εκεί χωρίς βοήθεια από τη νέα ελληνική κυβέρνηση ήταν σε θέση να προστατέψουν την πόλη.

Η πόλη δεν αποτελούσε αρχικά στόχο των τουρκικών αντικειμενικών σκοπών, ενώ θα μπορούσε να κρατηθεί σχετικά εύκολα αν είχε εξολοθρευτεί ο τουρκοκυπριακός θύλακας στην παλιά πόλη κατά τον Αττίλα Ι, κάτι που δεν συνέβη λόγω εντολών που δόθηκαν από την Αθήνα για άμεση κατάπαυση του πυρός στις 22 Ιουλίου 1974.

Η πτώση της Αμμοχώστου ήταν αποτέλεσμα τεσσάρων παραγόντων:

α) Το σπάσιμο της «γραμμής» της Εθνικής Φρουράς στη Μια Μηλιά.

β) Ο θάνατος του επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αμμόχωστο, Ανχη (ΠΒ) Εμμανουήλ Χατζηδάκη, διοικητή της 173 ΜΑ/ΤΠ (Μοίρα Αντιαρματικού Πυροβολικού στην οποία υπηρετούσε τότε ο Μ. Μιχαήλ),σε αεροπορική επιδρομή όπου το τουρκικό μαχητικό που έβαλλε γνώριζε το στρατηγείο του.

γ) Η προδοσία από τις στρατιωτικές αρχές των αγγλικών βάσεων στο «2 ½ Μίλι», και

δ) Οι διαταγές υποχώρησης που έλαβαν οι Ελλαδίτες αξιωματικοί της Α΄ Στρατιωτικής Ανωτέρας της Αμμοχώστου από τη νέα κυβέρνηση των Αθηνών

Τι συνέβη στη Μια Μηλιά και τα τουρκικά τανκς αποδεκάτισαν τις μονάδες της Εθνοφρουράς και τους Ελλαδίτες που είχαν απομείνει ζωντανοί;

Σύμφωνα με μαρτυρίες στρατιωτών της 173 ΜΑ/ΤΠ, που επέστρεψαν από το πεδίο της μάχης, η Εθνική Φρουρά είχε παραταχθεί στη «γραμμή» της Μιάς Μηλιάς, με πυροβολικό, τεθωρακισμένα, πεζικό και αντιαεροπορικά, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα τουρκικά άρματα που κατευθύνονταν προς την Αμμόχωστο.

Κατά μήκος της «γραμμής» και μπροστά από το στρατό της Ε.Φ., η περιοχή είχε ναρκοθετηθεί. Ήταν σίγουρο, ότι τα τουρκικά τανκς θα έπεφταν μέσα στο ναρκοπέδιο και τότε τα πράγματα θα ήσαν πιο εύκολα για το στρατό μας.

Προς μεγάλη όμως έκπληξη των στρατιωτών μας, τα τουρκικά τανκς έκαναν την εμφάνισή τους στα πλάγια της «γραμμής» παρατάξεως της Ε.Φ., αποφεύγοντας έτσι το ναρκοπέδιο. Τι είχε συμβεί;

Στα πλάγια της «γραμμής», όπου είχε παραταχθεί ο στρατός της Ε.Φ., υπήρχε ένας στενός χωματόδρομος που δεν ναρκοθετήθηκε και έμεινε ακάλυπτος από τους στρατιώτες μας, επειδή τον χρησιμοποιούσαν τα τεθωρακισμένα των ανδρών του ΟΗΕ.

Οι κυανόκρανοι, που ακολουθούσαν παντού την Ε.Φ. και γνώριζαν τις κινήσεις της, «οδήγησαν» τα τουρκικά άρματα από τον χωματόδρομο, σαν άλλος «Εφιάλτης», με αποτέλεσμα να αποφύγουν το ναρκοπέδιο και να βρεθούν στα πλάγια και στα μετόπισθεν των στρατιωτών μας.

Έτσι, με μια «πισώπλατη μαχαιριά» των ΟΗΕδων, τα τουρκικά τανκς αποδεκάτισαν τους ανήμπορους να αντιδράσουν στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς, που σαν άλλοι «Λακεδαιμόνιοι» είχαν παραταχθεί για να τους σταματήσουν.

Υπεύθυνος για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Αμμόχωστο μέχρι τον θάνατό του ήταν ο διοικητής της 173 ΜΑ/ΤΠ, Ανχης (ΠΒ) Εμμ.Χατζηδάκης, ένας γενναίος και έμπειρος αξιωματικός, που εμψύχωνε και καθοδηγούσε στους στρατιώτες του και κατά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής.

Το αρχηγείο του Εμμανουήλ Χατζηδάκη είχε στηθεί στο υπόγειο μιάς ημιτελούς οικοδομής, στην κατοικήσιμη περιοχή που βρισκόταν στην αρχή του δρόμου του Καραόλου, που οδηγούσε στο στρατόπεδο της 173 ΜΑ/ΤΠ.

Είναι βέβαιο, ότι οι Τούρκοι όχι μόνο δεν γνώριζαν τη θέση του αρχηγείου, αλλά ούτε καν μπορούσαν να τη διανοηθούν.Όμως γύρω στις 17:30 οι Λοχαγοί Κάτσιος και Λώτας, με τα τμήματά τους (το Τμήμα του Νοσοκομείου) διατάχθηκαν να ανασυνταχθούν στη Δερύνεια και είναι αυτοί που κράτησαν την γνωστή μέχρι και σήμερα, ακραία γραμμή προς την Αμμόχωστο.

Οι μόνοι Έλληνες που είχαν απομείνει στην Αμμόχωστο στις 14 Αυγούστου ήσαν οι 32 έφεδροι στο Δασάκι των Δικαστηρίων και μια ακόμα ομάδα Εφέδρων, που είχαν επίσης εγκαταλειφθεί προδομένοι από την δική τους ηγεσία, στο Λιμάνι της Αμμοχώστου, στον Φάρο.

Τα τούρκικα άρματα εν τω μεταξύ είχαν φθάσει στη Λίμνη του Αγίου Λουκά και κτυπούσαν διαρκώς.

Ελπίδα για εξασφάλιση ενισχύσεων μέσω του ΓΕΕΦ ή της Κυβέρνησης καμία.

Το μεν Γενικό Επιτελείο δεν απαντούσε στις κλήσεις, ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο είχαν εγκαταλείψει την Λευκωσία.

Και, το κρισιμότερο, τα πυρομαχικά των εφέδρων στην Αμμόχωστο είχαν εξαντληθεί.

Η «σιγή πυρός» από τη ελληνική πλευρά, έδωσε το τελικό σύνθημα στους Τούρκους για τελική επίθεση με όλα τα μέσα που διέθεταν. Η μοναδική Ελληνοκυπριακή επιλογή ήταν: ή να χαθούν αμαχητί (λόγω έλλειψης πυρομαχικών) ή να υποχωρήσουν.

Η τελευταία πράξη γράφτηκε με την υποστολή της Ελληνικής σημαίας. Όσοι μπόρεσαν να ακούσουν – σχεδόν όλοι – βρέθηκαν «σε στάση Προσοχής να χαιρετούν την Γαλανόλευκη με δάκρυα στα μάτια».

Η Ελληνική σημαία της Αμμοχώστου κατέβηκε, διπλώθηκε και παραδόθηκε στον αρχαιότερο Αξιωματικό. Αμέσως μετά δόθηκε η τελευταία διαταγή: «Να μαζευτεί ο οπλισμός – Άμεση υποχώρηση – Εγκαταλείψατε τας θέσεις μας, η Αμμόχωστος χάνεται….».

Στην πορεία τους αυτή οι Τούρκοι από την κοιλάδα της Μεσσαορίας, έδωσαν πολύ λίγες μάχες μέχρι να φτάσουν στην Αμμόχωστο. Και αυτό διότι οι Εθνική Φρουρά με κατακερματισμένες τις δυνάμεις της και χωρίς ηθικό, εγκατέλειπε τις θέσεις μάχης και μόνο στην θέα των τουρκικών αρμάτων Μ48, που τους είχαν πλαγιοκοπήσει και βρέθηκαν στα μετόπισθεν τους.

Όμως παρά ταύτα οι Τούρκοι παρέμεναν διστακτικοί σε αυτήν την προώθησή τους διότι όπως αναφέρει ο Τούρκος Δρ.Γ.Κιουτσούκ (τότε Αξιωματικός του Στρατού εισβολής) στο βιβλίο της Σ.Ιορδανίδου «Νταλγκά, Νταλγκά», οι πληροφορίες που είχαν ήταν ότι “οι Έλληνες μάζεψαν πολύ στρατό και θα επιτεθούν”!

Όπως αναφέρει, το βράδυ πριν την προέλασή τους προς την Αμμόχωστο, έμειναν άϋπνοι, περιμένοντας τους Έλληνες να τους ορμήσουν (και με δεδομένο τον φόβο του Τούρκου στρατιώτη να πολεμήσει νύχτα)!

Μα ακόμα και όταν έφτασαν στην Αμμόχωστο οι Τούρκοι δίσταζαν να μπουν στην πόλη!

Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι την υπεράσπιζαν μερικές – χωρίς πυρομαχικά – διμοιρίες!

Σε όλη την πορεία τους οι Τούρκοι διέπραξαν τρομερές κτηνωδίες απέναντι στους τραυματίες ή τους αιχμάλωτους Εθνοφρουρούς.

Τους μεν αιχμάλωτους άνδρες της ΕΦ τους εκτελούσαν ομαδικά (ομολογία του Δρ.Γ.Κιουτσούκ), τους δε τραυματίες, τους άφηναν στον δρόμο και με εξαιρετικό σαδισμό, πέρναγαν από πάνω τους …οι ερπύστριες των τάνκς (μαρτυρίες επιζώντων στρατιωτών στο ΓΕΕΦ)!

Σε ότι αφορά τους άμαχους που δεν πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους ή έμειναν εγκλωβισμένοι στα χωριά τους, το βιβλίο του Ρ.Αλασόρ (Κούρδου που υπηρετούσε στον Τουρκικό Στρατό εισβολής) «Διαταγή: Εκτελέστε τους αιχμαλώτους» δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την τραγική τύχη τους.

Ομαδικές εν ψυχρώ εκτελέσεις, βιασμοί γυναικών ανεξαρτήτως ηλικίας, κακοποιήσεις παιδιών και γερόντων…

Όπως είχε πει ο Β.Ουγκώ: «παντού φωτιά και θάνατος… από εδώ πέρασαν Τούρκοι…»


Η ιστορική Μονή Σουμελά στον Πόντο, η εικόνα της Παναγίας που έγινε σύμβολο πίστης

 

Η εικόνα της Παναγίας Σουμελά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και ιστορικά κειμήλια του ποντιακού ελληνισμού, συνδέοντας την Ελλάδα με την ιστορική του πατρίδα στον Πόντο.

Η παράδοση θέλει την εικόνα να συνδέεται με τον Ευαγγελιστή Λουκά και να μεταφέρεται στην περιοχή του Πόντου, όπου αποτέλεσε το σημαντικότερο κειμήλιο της Μονής της Παναγίας Σουμελά, κοντά στην Τραπεζούντα. Για αιώνες, η μονή αποτέλεσε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο και τόπο προσκυνήματος για τους Έλληνες του Πόντου.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το ιστορικό κειμήλιο ακολούθησε τον δρόμο της προσφυγιάς. Η εικόνα μεταφέρθηκε αρχικά στην Ελλάδα και για αρκετά χρόνια φυλασσόταν στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας.

Το 1993, έπειτα από συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η εικόνα επέστρεψε προσωρινά στην ιστορική Μονή Σουμελά στον Πόντο, σε μια ιδιαίτερα συμβολική στιγμή για τον ποντιακό ελληνισμό.

Σήμερα, η Παναγία Σουμελά δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας. Για τους Ποντίους σε ολόκληρο τον κόσμο συμβολίζει τη μνήμη, την προσφυγιά, την πίστη και τη διατήρηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας.

Η ιστορία της εικόνας είναι, ουσιαστικά, μια διαδρομή αιώνων: από τον Πόντο και τη Μονή Σουμελά, στην προσφυγιά και τελικά στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του ποντιακού ελληνισμού.


Η συγκλονιστική μάχη στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ – Οι άγνωστοι Έλληνες ήρωες

14 Αυγούστου 1974: 

Απόλυτα αβοήθητοι έσπειραν το χώμα με τουρκικά κορμιά!

Από τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974, το πυροβολικό και η αεροπορία των Τούρκων άρχισαν να βομβαρδίζουν με πρωτοφανή ένταση το στρατόπεδο της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.). 



Ακολούθησαν όπλα καμπύλης τροχιάς όλων των διαμετρημάτων και άρματα μάχης.Μέσα στο στρατόπεδο βρίσκονταν περιορισμένες δυνάμεις: Ο 2ος Λόχος του 1ου Τάγματος Πεζικού με διοικητή τον Υπολοχαγό Ηλία Κωνσταντούλα, ο 4ος Λόχος του 2ου Τάγματος Πεζικού με διοικητή τον Κύπριο Λοχαγό Λούη Ιωαννίδη, ο Λόχος Διοικήσεως με διοικητή τον Ταγματάρχη Σπυρίδωνα Δελλή και μια διμοιρία όλμων με διοικητή τον Υπολοχαγό Στέφανο Πίο.  Την συνολική διοίκηση των τριών λόχων είχε ο Υποδιοικητής της ΕΛ.ΔΥ.Κ., Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρόπουλος.

Απέναντί τους επιτέθηκαν ολόκληρη η ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ., το 50ο Σύνταγμα Πεζικού και σημαντικές δυνάμεις αρμάτων από κάθε κατεύθυνση.

Η μάχη ήταν άνιση πέρα από κάθε φαντασία.

Οι Έλληνες στρατιώτες παρέμειναν στα ατομικά τους ορύγματα, αποφασισμένοι να υπερασπιστούν το στρατόπεδό τους μέχρι τέλους. Γνώριζαν ότι η Κύπρος είχε ήδη χαθεί και ότι οι μάχες στο νησί πλησίαζαν στο τέλος τους.

Οι Τούρκοι, ωστόσο, ήθελαν πάση θυσία να καταλάβουν το στρατόπεδο.

Η πρώτη μεγάλη επίθεση και η ηρωική άμυνα

Τα τουρκικά F-104 άδειασαν νάπαλμ πάνω στους αμυνόμενους, ενώ το βαρύ πυροβολικό ανάσκαπτε το έδαφος. Κατά κύματα οι Τούρκοι, καλυπτόμενοι από άρματα, επιτέθηκαν. Θερίστηκαν από τα πυρά των Ελλήνων και οπισθοχώρησαν με βαρύτατες απώλειες.

Στις 15:00 ο 4ος Λόχος δέχθηκε σφοδρή πλευρική επίθεση από ολόκληρο τάγμα. Και πάλι οι Τούρκοι υποχώρησαν άτακτα, αφήνοντας δεκάδες νεκρούς μπροστά στα ελληνικά χαρακώματα.

Ο στρατιώτης της 103ης σειράς του Λόχου Διοικήσεως, Αστέριος Κυριακόπουλος από τη Λάρισα, περιγράφει μια στιγμή που δεν ξέχασε ποτέ:

«Ξαφνικά μέσα σε αυτήν την κόλαση συνέβη αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. Διακόσιοι και πλέον Τούρκοι από λίγο πιο αριστερά μας όπως βλέπαμε το μακελειό μπροστά μας άρχισαν να τρέχουν εναντίον μας σαν τρελοί!

Δεν τους είχαμε δει αυτούς τους Τούρκους και αιφνιδιαστήκαμε τελείως….Βλέπαμε τους Τούρκους να έρχονται κατά πάνω μας και ο Βαρελτζής και ο Σιμίτας που ήταν λεβεντόπαιδα δεν ξέρω για ποιόν λόγο σηκώθηκαν όρθιοι στο όρυγμα και άρχισαν να ρίχνουν στους Τούρκους σαν τρελοί!

Είπα στον Μάριο Βολακάκη: πάει θα μας πιάσουν σαν τα ποντίκια μέσα στα ορύγματα. Γυρνάω δεξιά μου και βλέπω τον Βαρελτζή και τον Σιμίτα να τους πολεμάνε όρθιοι γυμνοί από την μέση και πάνω.

Εν τω μεταξύ το τοπίο ήταν σκοτεινό γύρω –γύρω από τις εκρήξεις γι’ αυτό και δεν πήραμε χαμπάρι ότι μας είχαν πλησιάσει τόσο πολύ οι Τούρκοι.

Και ενώ όλοι οι άλλοι που ήμασταν μέσα στα ορύγματα αιφνιδιαστήκαμε αυτοί οι δύο συνέχιζαν το βιολί τους όρθιοι να ρίχνουν στο κοπάδι των Τούρκων και να ξαναγεμίζουν σαν να μην συνέβαινε τίποτα.

Αψηφούσαν τελείως τον θάνατο…. Η οπισθοχώρηση των Τούρκων εξελίχθηκε σε άτακτη φυγή. Μια βολή άρματος έκοψε στην μέση τον Σιμίτα που πολεμούσε όρθιος με τον Βαρελτζή που την γλίτωσε.

Αυτοί οι δύο άνδρες γύρισαν πίσω και τους διακόσιους Τούρκους που έκαναν έφοδο».

Παραδόξως, την παραμονή και την ημέρα της Παναγίας η ΕΛ.ΔΥ.Κ. δεν είχε ούτε έναν νεκρό. Μόνο δύο τραυματίες.

15 Αυγούστου: Η αποφασιστική επίθεση

Το πρωί της 15ης Αυγούστου οι Τούρκοι ξεκίνησαν να συλλέγουν τους νεκρούς τους κοντά στις γραμμές τους. Δεν τόλμησαν να πλησιάσουν τις ελληνικές θέσεις. Περίπου στις 10:30 άρχισαν και πάλι ισχυρότατοι βομβαρδισμοί από αέρος, με βαριά πυροβόλα, όλμους και άρματα. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν μέχρι το δειλινό.

Το βράδυ οι στρατιώτες βρήκαν λίγα ψωμιά και κουτιά ζαχαρούχου γάλατος. Έφαγαν όσοι πρόλαβαν. Η δυσωδία των εκατοντάδων τουρκικών πτωμάτων πλησίον του στρατοπέδου έκανε τη νύχτα αφόρητη.

Το πρωί της 16ης Αυγούστου, στις 08:30, δεκάδες τουρκικά αεροσκάφη βομβάρδισαν εκ νέου το στρατόπεδο με βόμβες, ρουκέτες και νάπαλμ.

Ακολούθησε το πυροβολικό. Οι Τούρκοι κινήθηκαν από τον Γερόλακο και το Κιόνελι, με προηγούμενα τα άρματα και ακολουθούντα φρέσκα τμήματα καταδρομών.

Πίστευαν ότι μέσα βρίσκονταν πάνω από 1.000 αμυνόμενοι.

Η 187η Μοίρα Πυροβολικού έβαλε εύστοχα και προκάλεσε σοβαρές απώλειες στα τουρκικά άρματα. Όταν όμως τα πυρά της σταμάτησαν για άγνωστη αιτία, σαράντα βαριά άρματα και τεθωρακισμένα ξεχύθηκαν κατά του 4ου Λόχου και του Λόχου Διοικήσεως.

Τρία μηχανοκίνητα τάγματα επιτέθηκαν από τον Γερόλακο και δύο από την πλευρά της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ.Στις 12:00 το μεσημέρι οι ορδές ξεχύθηκαν.

Ο Ανθυπασπιστής Παπαλάμπρου φώναζε δυνατά: «Απάνω τους λιοντάρια μου!»

Μαζί με τον Ανθυπασπιστή Κέντρα σήκωσαν το βάρος της επίθεσης με ΠΑΟ από απόσταση αναπνοής. Ο Κέντρας έπεσε βαριά τραυματισμένος. Ο Παπαλάμπρου συνέχισε μόνος μέχρι που χάθηκε κι αυτός.

Τα άρματα έφτασαν στο Β΄ ύψωμα του Λόχου Διοικήσεως. Ακολούθησε μάχη σώμα με σώμα. Οι Έλληνες πετάγονταν από τα ορύγματα, πολεμούσαν με λόγχες όταν τελείωναν τα πυρομαχικά, ανέβαιναν πάνω στα άρματα.

Πολλοί χτυπιούνταν από ολόκληρες ριπές και συνέχιζαν. Ο Λοχαγός Σταυριανάκος φώναζε καλύπτοντας τον πάταγο: «Ας μας πατήσουν! Ούτε βήμα πίσω!»

Ορμώντας άοπλος κατά ενός άρματος, αποκεφαλίστηκε από κοντινή βολή. Η διμοιρία του έπεσε σχεδόν μέχρι ενός, τηρώντας τις διαταγές του και μετά τον θάνατό του: «Ούτε ένα βήμα πίσω Λεοντάρια μου!»

Για δύο ώρες Τούρκοι, άρματα και οι άνδρες του Λόχου Διοικήσεως ήταν μπερδεμένοι σε λυσσαλέα μάχη. Το πρώτο κύμα σχεδόν εξολοθρεύτηκε.

Ακολούθησε δεύτερο.

Ο 4ος Λόχος ενεπλάκη με τις λόγχες. Νέα επίθεση δέχθηκε και ο 2ος Λόχος, ο οποίος κράτησε τις θέσεις του θερίζοντας τους επιτιθέμενους.Ο Ταγματάρχης Δελλής, εκτιμώντας την κατάσταση, διέταξε συντεταγμένη απαγκίστρωση.

Οι αγγελιοφόροι έπεσαν νεκροί. Έτρεξε μόνος του, άοπλος και χωρίς κράνος, ανάμεσα στα άρματα και οδήγησε όσους μπόρεσε σε έξοδο. Δύο άνδρες του 4ου Λόχου, ο Στέφανος Κουτρούλης και ο Βασίλης Βάσιος από τη Χαλκιδική, αρνήθηκαν να φύγουν. Ο Κουτρούλης, ο γίγαντας του λόχου, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το πολυβόλο του. Οι τελευταίοι σύντροφοί του τον είδαν όρθιο να επιτίθεται. Έκτοτε αγνοείται. Κάποιοι άκουσαν τελευταία τη φωνή του να βρίζει και το πολυβόλο να κροταλίζει, πριν πέσει σιωπή.

Μέχρι τις 18:00 οι μάχες συνεχίζονταν από τα απομεινάρια. Η ΕΛ.ΔΥ.Κ. οχυρώθηκε λίγο πιο πίσω.

Οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να επιτεθούν ξανά. Ήταν η τελευταία μάχη του πολέμου.

Η μαρτυρία και η κληρονομιά

Τόση ήταν η μανία των επιτιθέμενων που αποκεφάλισαν σχεδόν όλα τα σώματα των Ελλήνων μέσα στο στρατόπεδο.

Ένας δημοσιογράφος του BBC τα φωτογράφησε κρυφά και ανέφερε: «Τέτοια άνιση μάχη δεν έχει συμβεί στα παγκόσμια χρονικά. Τέσσερις μέρες κράτησε… δεν θα με πιστεύει κανένας».

Η μαρτυρία της μάχης έχει καταγραφεί από τον «Νίκο Απελλαίο» στο Χ.

Η υπεράσπιση του στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ. παραμένει μία από τις πιο ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Λίγοι άνδρες, περικυκλωμένοι και χωρίς ουσιαστική ενίσχυση, κράτησαν για ημέρες απέναντι σε πολλαπλάσιες δυνάμεις με αεροπορία, πυροβολικό και άρματα. Δεν λύγισαν. Πολέμησαν μέχρι τέλους για την τιμή των όπλων και την αξιοπρέπεια της πατρίδας.