Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η μάχη της Μίας Μηλιάς: Η τραγωδία της Κύπρου ολοκληρώνεται

 Οι Τούρκοι διέπραξαν τρομερές κτηνωδίες απέναντι στους τραυματίες ή τους αιχμάλωτους Εθνοφρουρούς - Εν ψυχρώ εκτελέσεις, βιασμοί γυναικών ανεξαρτήτως ηλικίας, κακοποιήσεις παιδιών και γερόντων…

Η μάχη της Μίας Μηλιάς: Η τραγωδία της Κύπρου ολοκληρώνεται

Σήμερα είναι μια ακόμα τραγική επέτειος για τον Ελληνισμό καθώς πριν από 52 χρόνια καταλήφθηκε η πόλη της Αμμοχώστου στην Κύπρο με τον Αττίλα ΙΙ και ολοκληρώθηκε η τουρκική εισβολή στο νησί με τον πλέον άσχημο τρόπο.

Η κατάληψη της πόλης της Αμμοχώστου κατά τον Αττίλα ΙΙ είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της τραγωδίας του 1974 καθώς επετεύχθη λόγω προδοσίας, αφέλειας και μη προνοητικότητας καθώς ακόμα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις που δρούσαν τότε εκεί χωρίς βοήθεια από τη νέα ελληνική κυβέρνηση ήταν σε θέση να προστατέψουν την πόλη.

Η πόλη δεν αποτελούσε αρχικά στόχο των τουρκικών αντικειμενικών σκοπών, ενώ θα μπορούσε να κρατηθεί σχετικά εύκολα αν είχε εξολοθρευτεί ο τουρκοκυπριακός θύλακας στην παλιά πόλη κατά τον Αττίλα Ι, κάτι που δεν συνέβη λόγω εντολών που δόθηκαν από την Αθήνα για άμεση κατάπαυση του πυρός στις 22 Ιουλίου 1974.

Η πτώση της Αμμοχώστου ήταν αποτέλεσμα τεσσάρων παραγόντων:

α) Το σπάσιμο της «γραμμής» της Εθνικής Φρουράς στη Μια Μηλιά.

β) Ο θάνατος του επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αμμόχωστο, Ανχη (ΠΒ) Εμμανουήλ Χατζηδάκη, διοικητή της 173 ΜΑ/ΤΠ (Μοίρα Αντιαρματικού Πυροβολικού στην οποία υπηρετούσε τότε ο Μ. Μιχαήλ),σε αεροπορική επιδρομή όπου το τουρκικό μαχητικό που έβαλλε γνώριζε το στρατηγείο του.

γ) Η προδοσία από τις στρατιωτικές αρχές των αγγλικών βάσεων στο «2 ½ Μίλι», και

δ) Οι διαταγές υποχώρησης που έλαβαν οι Ελλαδίτες αξιωματικοί της Α΄ Στρατιωτικής Ανωτέρας της Αμμοχώστου από τη νέα κυβέρνηση των Αθηνών

Τι συνέβη στη Μια Μηλιά και τα τουρκικά τανκς αποδεκάτισαν τις μονάδες της Εθνοφρουράς και τους Ελλαδίτες που είχαν απομείνει ζωντανοί;

Σύμφωνα με μαρτυρίες στρατιωτών της 173 ΜΑ/ΤΠ, που επέστρεψαν από το πεδίο της μάχης, η Εθνική Φρουρά είχε παραταχθεί στη «γραμμή» της Μιάς Μηλιάς, με πυροβολικό, τεθωρακισμένα, πεζικό και αντιαεροπορικά, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα τουρκικά άρματα που κατευθύνονταν προς την Αμμόχωστο.

Κατά μήκος της «γραμμής» και μπροστά από το στρατό της Ε.Φ., η περιοχή είχε ναρκοθετηθεί. Ήταν σίγουρο, ότι τα τουρκικά τανκς θα έπεφταν μέσα στο ναρκοπέδιο και τότε τα πράγματα θα ήσαν πιο εύκολα για το στρατό μας.

Προς μεγάλη όμως έκπληξη των στρατιωτών μας, τα τουρκικά τανκς έκαναν την εμφάνισή τους στα πλάγια της «γραμμής» παρατάξεως της Ε.Φ., αποφεύγοντας έτσι το ναρκοπέδιο. Τι είχε συμβεί;

Στα πλάγια της «γραμμής», όπου είχε παραταχθεί ο στρατός της Ε.Φ., υπήρχε ένας στενός χωματόδρομος που δεν ναρκοθετήθηκε και έμεινε ακάλυπτος από τους στρατιώτες μας, επειδή τον χρησιμοποιούσαν τα τεθωρακισμένα των ανδρών του ΟΗΕ.

Οι κυανόκρανοι, που ακολουθούσαν παντού την Ε.Φ. και γνώριζαν τις κινήσεις της, «οδήγησαν» τα τουρκικά άρματα από τον χωματόδρομο, σαν άλλος «Εφιάλτης», με αποτέλεσμα να αποφύγουν το ναρκοπέδιο και να βρεθούν στα πλάγια και στα μετόπισθεν των στρατιωτών μας.

Έτσι, με μια «πισώπλατη μαχαιριά» των ΟΗΕδων, τα τουρκικά τανκς αποδεκάτισαν τους ανήμπορους να αντιδράσουν στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς, που σαν άλλοι «Λακεδαιμόνιοι» είχαν παραταχθεί για να τους σταματήσουν.

Υπεύθυνος για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Αμμόχωστο μέχρι τον θάνατό του ήταν ο διοικητής της 173 ΜΑ/ΤΠ, Ανχης (ΠΒ) Εμμ.Χατζηδάκης, ένας γενναίος και έμπειρος αξιωματικός, που εμψύχωνε και καθοδηγούσε στους στρατιώτες του και κατά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής.

Το αρχηγείο του Εμμανουήλ Χατζηδάκη είχε στηθεί στο υπόγειο μιάς ημιτελούς οικοδομής, στην κατοικήσιμη περιοχή που βρισκόταν στην αρχή του δρόμου του Καραόλου, που οδηγούσε στο στρατόπεδο της 173 ΜΑ/ΤΠ.

Είναι βέβαιο, ότι οι Τούρκοι όχι μόνο δεν γνώριζαν τη θέση του αρχηγείου, αλλά ούτε καν μπορούσαν να τη διανοηθούν.Όμως γύρω στις 17:30 οι Λοχαγοί Κάτσιος και Λώτας, με τα τμήματά τους (το Τμήμα του Νοσοκομείου) διατάχθηκαν να ανασυνταχθούν στη Δερύνεια και είναι αυτοί που κράτησαν την γνωστή μέχρι και σήμερα, ακραία γραμμή προς την Αμμόχωστο.

Οι μόνοι Έλληνες που είχαν απομείνει στην Αμμόχωστο στις 14 Αυγούστου ήσαν οι 32 έφεδροι στο Δασάκι των Δικαστηρίων και μια ακόμα ομάδα Εφέδρων, που είχαν επίσης εγκαταλειφθεί προδομένοι από την δική τους ηγεσία, στο Λιμάνι της Αμμοχώστου, στον Φάρο.

Τα τούρκικα άρματα εν τω μεταξύ είχαν φθάσει στη Λίμνη του Αγίου Λουκά και κτυπούσαν διαρκώς.

Ελπίδα για εξασφάλιση ενισχύσεων μέσω του ΓΕΕΦ ή της Κυβέρνησης καμία.

Το μεν Γενικό Επιτελείο δεν απαντούσε στις κλήσεις, ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο είχαν εγκαταλείψει την Λευκωσία.

Και, το κρισιμότερο, τα πυρομαχικά των εφέδρων στην Αμμόχωστο είχαν εξαντληθεί.

Η «σιγή πυρός» από τη ελληνική πλευρά, έδωσε το τελικό σύνθημα στους Τούρκους για τελική επίθεση με όλα τα μέσα που διέθεταν. Η μοναδική Ελληνοκυπριακή επιλογή ήταν: ή να χαθούν αμαχητί (λόγω έλλειψης πυρομαχικών) ή να υποχωρήσουν.

Η τελευταία πράξη γράφτηκε με την υποστολή της Ελληνικής σημαίας. Όσοι μπόρεσαν να ακούσουν – σχεδόν όλοι – βρέθηκαν «σε στάση Προσοχής να χαιρετούν την Γαλανόλευκη με δάκρυα στα μάτια».

Η Ελληνική σημαία της Αμμοχώστου κατέβηκε, διπλώθηκε και παραδόθηκε στον αρχαιότερο Αξιωματικό. Αμέσως μετά δόθηκε η τελευταία διαταγή: «Να μαζευτεί ο οπλισμός – Άμεση υποχώρηση – Εγκαταλείψατε τας θέσεις μας, η Αμμόχωστος χάνεται….».

Στην πορεία τους αυτή οι Τούρκοι από την κοιλάδα της Μεσσαορίας, έδωσαν πολύ λίγες μάχες μέχρι να φτάσουν στην Αμμόχωστο. Και αυτό διότι οι Εθνική Φρουρά με κατακερματισμένες τις δυνάμεις της και χωρίς ηθικό, εγκατέλειπε τις θέσεις μάχης και μόνο στην θέα των τουρκικών αρμάτων Μ48, που τους είχαν πλαγιοκοπήσει και βρέθηκαν στα μετόπισθεν τους.

Όμως παρά ταύτα οι Τούρκοι παρέμεναν διστακτικοί σε αυτήν την προώθησή τους διότι όπως αναφέρει ο Τούρκος Δρ.Γ.Κιουτσούκ (τότε Αξιωματικός του Στρατού εισβολής) στο βιβλίο της Σ.Ιορδανίδου «Νταλγκά, Νταλγκά», οι πληροφορίες που είχαν ήταν ότι “οι Έλληνες μάζεψαν πολύ στρατό και θα επιτεθούν”!

Όπως αναφέρει, το βράδυ πριν την προέλασή τους προς την Αμμόχωστο, έμειναν άϋπνοι, περιμένοντας τους Έλληνες να τους ορμήσουν (και με δεδομένο τον φόβο του Τούρκου στρατιώτη να πολεμήσει νύχτα)!

Μα ακόμα και όταν έφτασαν στην Αμμόχωστο οι Τούρκοι δίσταζαν να μπουν στην πόλη!

Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι την υπεράσπιζαν μερικές – χωρίς πυρομαχικά – διμοιρίες!

Σε όλη την πορεία τους οι Τούρκοι διέπραξαν τρομερές κτηνωδίες απέναντι στους τραυματίες ή τους αιχμάλωτους Εθνοφρουρούς.

Τους μεν αιχμάλωτους άνδρες της ΕΦ τους εκτελούσαν ομαδικά (ομολογία του Δρ.Γ.Κιουτσούκ), τους δε τραυματίες, τους άφηναν στον δρόμο και με εξαιρετικό σαδισμό, πέρναγαν από πάνω τους …οι ερπύστριες των τάνκς (μαρτυρίες επιζώντων στρατιωτών στο ΓΕΕΦ)!

Σε ότι αφορά τους άμαχους που δεν πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους ή έμειναν εγκλωβισμένοι στα χωριά τους, το βιβλίο του Ρ.Αλασόρ (Κούρδου που υπηρετούσε στον Τουρκικό Στρατό εισβολής) «Διαταγή: Εκτελέστε τους αιχμαλώτους» δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την τραγική τύχη τους.

Ομαδικές εν ψυχρώ εκτελέσεις, βιασμοί γυναικών ανεξαρτήτως ηλικίας, κακοποιήσεις παιδιών και γερόντων…

Όπως είχε πει ο Β.Ουγκώ: «παντού φωτιά και θάνατος… από εδώ πέρασαν Τούρκοι…»


Η ιστορική Μονή Σουμελά στον Πόντο, η εικόνα της Παναγίας που έγινε σύμβολο πίστης

 

Η εικόνα της Παναγίας Σουμελά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και ιστορικά κειμήλια του ποντιακού ελληνισμού, συνδέοντας την Ελλάδα με την ιστορική του πατρίδα στον Πόντο.

Η παράδοση θέλει την εικόνα να συνδέεται με τον Ευαγγελιστή Λουκά και να μεταφέρεται στην περιοχή του Πόντου, όπου αποτέλεσε το σημαντικότερο κειμήλιο της Μονής της Παναγίας Σουμελά, κοντά στην Τραπεζούντα. Για αιώνες, η μονή αποτέλεσε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο και τόπο προσκυνήματος για τους Έλληνες του Πόντου.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το ιστορικό κειμήλιο ακολούθησε τον δρόμο της προσφυγιάς. Η εικόνα μεταφέρθηκε αρχικά στην Ελλάδα και για αρκετά χρόνια φυλασσόταν στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας.

Το 1993, έπειτα από συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η εικόνα επέστρεψε προσωρινά στην ιστορική Μονή Σουμελά στον Πόντο, σε μια ιδιαίτερα συμβολική στιγμή για τον ποντιακό ελληνισμό.

Σήμερα, η Παναγία Σουμελά δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας. Για τους Ποντίους σε ολόκληρο τον κόσμο συμβολίζει τη μνήμη, την προσφυγιά, την πίστη και τη διατήρηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας.

Η ιστορία της εικόνας είναι, ουσιαστικά, μια διαδρομή αιώνων: από τον Πόντο και τη Μονή Σουμελά, στην προσφυγιά και τελικά στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του ποντιακού ελληνισμού.


Η συγκλονιστική μάχη στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ – Οι άγνωστοι Έλληνες ήρωες

14 Αυγούστου 1974: 

Απόλυτα αβοήθητοι έσπειραν το χώμα με τουρκικά κορμιά!

Από τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974, το πυροβολικό και η αεροπορία των Τούρκων άρχισαν να βομβαρδίζουν με πρωτοφανή ένταση το στρατόπεδο της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.). 



Ακολούθησαν όπλα καμπύλης τροχιάς όλων των διαμετρημάτων και άρματα μάχης.Μέσα στο στρατόπεδο βρίσκονταν περιορισμένες δυνάμεις: Ο 2ος Λόχος του 1ου Τάγματος Πεζικού με διοικητή τον Υπολοχαγό Ηλία Κωνσταντούλα, ο 4ος Λόχος του 2ου Τάγματος Πεζικού με διοικητή τον Κύπριο Λοχαγό Λούη Ιωαννίδη, ο Λόχος Διοικήσεως με διοικητή τον Ταγματάρχη Σπυρίδωνα Δελλή και μια διμοιρία όλμων με διοικητή τον Υπολοχαγό Στέφανο Πίο.  Την συνολική διοίκηση των τριών λόχων είχε ο Υποδιοικητής της ΕΛ.ΔΥ.Κ., Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρόπουλος.

Απέναντί τους επιτέθηκαν ολόκληρη η ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ., το 50ο Σύνταγμα Πεζικού και σημαντικές δυνάμεις αρμάτων από κάθε κατεύθυνση.

Η μάχη ήταν άνιση πέρα από κάθε φαντασία.

Οι Έλληνες στρατιώτες παρέμειναν στα ατομικά τους ορύγματα, αποφασισμένοι να υπερασπιστούν το στρατόπεδό τους μέχρι τέλους. Γνώριζαν ότι η Κύπρος είχε ήδη χαθεί και ότι οι μάχες στο νησί πλησίαζαν στο τέλος τους.

Οι Τούρκοι, ωστόσο, ήθελαν πάση θυσία να καταλάβουν το στρατόπεδο.

Η πρώτη μεγάλη επίθεση και η ηρωική άμυνα

Τα τουρκικά F-104 άδειασαν νάπαλμ πάνω στους αμυνόμενους, ενώ το βαρύ πυροβολικό ανάσκαπτε το έδαφος. Κατά κύματα οι Τούρκοι, καλυπτόμενοι από άρματα, επιτέθηκαν. Θερίστηκαν από τα πυρά των Ελλήνων και οπισθοχώρησαν με βαρύτατες απώλειες.

Στις 15:00 ο 4ος Λόχος δέχθηκε σφοδρή πλευρική επίθεση από ολόκληρο τάγμα. Και πάλι οι Τούρκοι υποχώρησαν άτακτα, αφήνοντας δεκάδες νεκρούς μπροστά στα ελληνικά χαρακώματα.

Ο στρατιώτης της 103ης σειράς του Λόχου Διοικήσεως, Αστέριος Κυριακόπουλος από τη Λάρισα, περιγράφει μια στιγμή που δεν ξέχασε ποτέ:

«Ξαφνικά μέσα σε αυτήν την κόλαση συνέβη αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. Διακόσιοι και πλέον Τούρκοι από λίγο πιο αριστερά μας όπως βλέπαμε το μακελειό μπροστά μας άρχισαν να τρέχουν εναντίον μας σαν τρελοί!

Δεν τους είχαμε δει αυτούς τους Τούρκους και αιφνιδιαστήκαμε τελείως….Βλέπαμε τους Τούρκους να έρχονται κατά πάνω μας και ο Βαρελτζής και ο Σιμίτας που ήταν λεβεντόπαιδα δεν ξέρω για ποιόν λόγο σηκώθηκαν όρθιοι στο όρυγμα και άρχισαν να ρίχνουν στους Τούρκους σαν τρελοί!

Είπα στον Μάριο Βολακάκη: πάει θα μας πιάσουν σαν τα ποντίκια μέσα στα ορύγματα. Γυρνάω δεξιά μου και βλέπω τον Βαρελτζή και τον Σιμίτα να τους πολεμάνε όρθιοι γυμνοί από την μέση και πάνω.

Εν τω μεταξύ το τοπίο ήταν σκοτεινό γύρω –γύρω από τις εκρήξεις γι’ αυτό και δεν πήραμε χαμπάρι ότι μας είχαν πλησιάσει τόσο πολύ οι Τούρκοι.

Και ενώ όλοι οι άλλοι που ήμασταν μέσα στα ορύγματα αιφνιδιαστήκαμε αυτοί οι δύο συνέχιζαν το βιολί τους όρθιοι να ρίχνουν στο κοπάδι των Τούρκων και να ξαναγεμίζουν σαν να μην συνέβαινε τίποτα.

Αψηφούσαν τελείως τον θάνατο…. Η οπισθοχώρηση των Τούρκων εξελίχθηκε σε άτακτη φυγή. Μια βολή άρματος έκοψε στην μέση τον Σιμίτα που πολεμούσε όρθιος με τον Βαρελτζή που την γλίτωσε.

Αυτοί οι δύο άνδρες γύρισαν πίσω και τους διακόσιους Τούρκους που έκαναν έφοδο».

Παραδόξως, την παραμονή και την ημέρα της Παναγίας η ΕΛ.ΔΥ.Κ. δεν είχε ούτε έναν νεκρό. Μόνο δύο τραυματίες.

15 Αυγούστου: Η αποφασιστική επίθεση

Το πρωί της 15ης Αυγούστου οι Τούρκοι ξεκίνησαν να συλλέγουν τους νεκρούς τους κοντά στις γραμμές τους. Δεν τόλμησαν να πλησιάσουν τις ελληνικές θέσεις. Περίπου στις 10:30 άρχισαν και πάλι ισχυρότατοι βομβαρδισμοί από αέρος, με βαριά πυροβόλα, όλμους και άρματα. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν μέχρι το δειλινό.

Το βράδυ οι στρατιώτες βρήκαν λίγα ψωμιά και κουτιά ζαχαρούχου γάλατος. Έφαγαν όσοι πρόλαβαν. Η δυσωδία των εκατοντάδων τουρκικών πτωμάτων πλησίον του στρατοπέδου έκανε τη νύχτα αφόρητη.

Το πρωί της 16ης Αυγούστου, στις 08:30, δεκάδες τουρκικά αεροσκάφη βομβάρδισαν εκ νέου το στρατόπεδο με βόμβες, ρουκέτες και νάπαλμ.

Ακολούθησε το πυροβολικό. Οι Τούρκοι κινήθηκαν από τον Γερόλακο και το Κιόνελι, με προηγούμενα τα άρματα και ακολουθούντα φρέσκα τμήματα καταδρομών.

Πίστευαν ότι μέσα βρίσκονταν πάνω από 1.000 αμυνόμενοι.

Η 187η Μοίρα Πυροβολικού έβαλε εύστοχα και προκάλεσε σοβαρές απώλειες στα τουρκικά άρματα. Όταν όμως τα πυρά της σταμάτησαν για άγνωστη αιτία, σαράντα βαριά άρματα και τεθωρακισμένα ξεχύθηκαν κατά του 4ου Λόχου και του Λόχου Διοικήσεως.

Τρία μηχανοκίνητα τάγματα επιτέθηκαν από τον Γερόλακο και δύο από την πλευρά της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ.Στις 12:00 το μεσημέρι οι ορδές ξεχύθηκαν.

Ο Ανθυπασπιστής Παπαλάμπρου φώναζε δυνατά: «Απάνω τους λιοντάρια μου!»

Μαζί με τον Ανθυπασπιστή Κέντρα σήκωσαν το βάρος της επίθεσης με ΠΑΟ από απόσταση αναπνοής. Ο Κέντρας έπεσε βαριά τραυματισμένος. Ο Παπαλάμπρου συνέχισε μόνος μέχρι που χάθηκε κι αυτός.

Τα άρματα έφτασαν στο Β΄ ύψωμα του Λόχου Διοικήσεως. Ακολούθησε μάχη σώμα με σώμα. Οι Έλληνες πετάγονταν από τα ορύγματα, πολεμούσαν με λόγχες όταν τελείωναν τα πυρομαχικά, ανέβαιναν πάνω στα άρματα.

Πολλοί χτυπιούνταν από ολόκληρες ριπές και συνέχιζαν. Ο Λοχαγός Σταυριανάκος φώναζε καλύπτοντας τον πάταγο: «Ας μας πατήσουν! Ούτε βήμα πίσω!»

Ορμώντας άοπλος κατά ενός άρματος, αποκεφαλίστηκε από κοντινή βολή. Η διμοιρία του έπεσε σχεδόν μέχρι ενός, τηρώντας τις διαταγές του και μετά τον θάνατό του: «Ούτε ένα βήμα πίσω Λεοντάρια μου!»

Για δύο ώρες Τούρκοι, άρματα και οι άνδρες του Λόχου Διοικήσεως ήταν μπερδεμένοι σε λυσσαλέα μάχη. Το πρώτο κύμα σχεδόν εξολοθρεύτηκε.

Ακολούθησε δεύτερο.

Ο 4ος Λόχος ενεπλάκη με τις λόγχες. Νέα επίθεση δέχθηκε και ο 2ος Λόχος, ο οποίος κράτησε τις θέσεις του θερίζοντας τους επιτιθέμενους.Ο Ταγματάρχης Δελλής, εκτιμώντας την κατάσταση, διέταξε συντεταγμένη απαγκίστρωση.

Οι αγγελιοφόροι έπεσαν νεκροί. Έτρεξε μόνος του, άοπλος και χωρίς κράνος, ανάμεσα στα άρματα και οδήγησε όσους μπόρεσε σε έξοδο. Δύο άνδρες του 4ου Λόχου, ο Στέφανος Κουτρούλης και ο Βασίλης Βάσιος από τη Χαλκιδική, αρνήθηκαν να φύγουν. Ο Κουτρούλης, ο γίγαντας του λόχου, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το πολυβόλο του. Οι τελευταίοι σύντροφοί του τον είδαν όρθιο να επιτίθεται. Έκτοτε αγνοείται. Κάποιοι άκουσαν τελευταία τη φωνή του να βρίζει και το πολυβόλο να κροταλίζει, πριν πέσει σιωπή.

Μέχρι τις 18:00 οι μάχες συνεχίζονταν από τα απομεινάρια. Η ΕΛ.ΔΥ.Κ. οχυρώθηκε λίγο πιο πίσω.

Οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να επιτεθούν ξανά. Ήταν η τελευταία μάχη του πολέμου.

Η μαρτυρία και η κληρονομιά

Τόση ήταν η μανία των επιτιθέμενων που αποκεφάλισαν σχεδόν όλα τα σώματα των Ελλήνων μέσα στο στρατόπεδο.

Ένας δημοσιογράφος του BBC τα φωτογράφησε κρυφά και ανέφερε: «Τέτοια άνιση μάχη δεν έχει συμβεί στα παγκόσμια χρονικά. Τέσσερις μέρες κράτησε… δεν θα με πιστεύει κανένας».

Η μαρτυρία της μάχης έχει καταγραφεί από τον «Νίκο Απελλαίο» στο Χ.

Η υπεράσπιση του στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ. παραμένει μία από τις πιο ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Λίγοι άνδρες, περικυκλωμένοι και χωρίς ουσιαστική ενίσχυση, κράτησαν για ημέρες απέναντι σε πολλαπλάσιες δυνάμεις με αεροπορία, πυροβολικό και άρματα. Δεν λύγισαν. Πολέμησαν μέχρι τέλους για την τιμή των όπλων και την αξιοπρέπεια της πατρίδας.

Η Ελλάδα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει μια νέα Θέουτα;



Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

  Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Η κρίση στη Θέουτα ανέδειξε ότι η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα, με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.

Υπό το πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα είναι αν είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια κρίση αντίστοιχης πολυπλοκότητας με εκείνη της Θέουτας.

Μια κρίση που δεν θα αφορά μόνο τη φύλαξη των συνόρων, αλλά θα δοκιμάσει την πληροφοριακή ανθεκτικότητα, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διαλειτουργικότητα, τη στρατηγική επικοινωνία, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα της χώρας να κινητοποιήσει ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς.

Για να απαντηθεί το ερώτημα, χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίο και αλληλοσυνδεόμενο σύστημα ανθεκτικότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα, ένα ολιστικό μοντέλο πέντε πυλώνων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο αξιολόγησης της ελληνικής ετοιμότητας.

Το εν λόγω μοντέλο παρουσιάστηκε και αναλύθηκε σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο: «Απαιτείται ένα ολιστικό μοντέλο Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση της Εργαλειοποίησης των Μεταναστευτικών Ροών» (βλέπε: σχετικό άρθρο).

Υπό το πρίσμα αυτό, η αξιολόγηση θα ξεκινήσει από τον 1ο Πυλώνα του ολιστικού Μοντέλου που αφορά την Συνοριακή Ασφάλεια.

Συγκεκριμένα, η συνοριακή ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη φυσική επιτήρηση των συνόρων, αλλά συνδέεται και με την ικανότητα του κράτους να γνωρίζει τι συμβαίνει στον εθνικό του χώρο, να εντοπίζει έγκαιρα ασυνήθιστες δραστηριότητες και να αξιολογεί πιθανές απειλές.

Με άλλα λόγια, προϋπόθεση για την αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια είναι η έγκαιρη ανίχνευση και η επίγνωση της κατάστασης (situational awareness).

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ανίχνευση δεν αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά την ικανότητα του κράτους να εντοπίζει ασυνήθιστα συμβάντα, να αξιολογεί έγκαιρα πιθανές απειλές και να μετατρέπει την πληροφορία σε επιχειρησιακή επίγνωση.

Συνεπώς, η πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα είναι η ικανότητα του κράτους να αντιλαμβάνεται έγκαιρα, ότι κάτι έχει αλλάξει στο περιβάλλον ασφάλειας των συνόρων του.

Το ερώτημα επομένως, δεν είναι απλώς εάν η Ελλάδα διαθέτει μέσα επιτήρησης, αλλά εάν τα διαθέσιμα μέσα, οι υπηρεσίες και οι πληροφορίες μπορούν να λειτουργήσουν με τρόπο που να επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση μιας ασυνήθιστης δραστηριότητας.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση μιας απότομης και μεγάλης κλίμακας μεταβολής των μεταναστευτικών ροών, μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να αντιληφθεί μέσα στις πρώτες ώρες ότι βρίσκεται μπροστά σε μια κατάσταση που υπερβαίνει ένα σύνηθες μεταναστευτικό περιστατικό;

Υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης, ώστε το κράτος να διακρίνει μια φυσιολογική μεταβολή των ροών από μια αιφνίδια, οργανωμένη ή ασυνήθιστη εξέλιξη;

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας, μια κρίση μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά πεδία.

Συνεπώς, η αποτελεσματική συνοριακή ασφάλεια προϋποθέτει πολυεπίπεδη επιτήρηση και σύνθεση πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε επιμέρους δεδομένα να μπορούν να αξιολογούνται ως μέρος μιας ενιαίας εικόνας της κατάστασης.

Ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα είναι η Ελλάδα διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να συνδυάζει εγκαίρως τις πληροφορίες από τα διαφορετικά πεδία και να αναγνωρίζει, ότι επιμέρους γεγονότα ενδέχεται να αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας εξέλιξης;

Για παράδειγμα:

  • Ποιος αποφασίζει ότι μια ασυνήθιστη εξέλιξη συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας;
  • Υπάρχουν προκαθορισμένα κριτήρια και επίπεδα συναγερμού;
  • Ποιος έχει την αρμοδιότητα να ενεργοποιήσει τον αντίστοιχο μηχανισμό;
  • Πόσο γρήγορα μπορεί η πληροφορία από το πεδίο να φτάσει στο επίπεδο λήψης αποφάσεων;

Ένα ανθεκτικό σύστημα συνοριακής ασφάλειας πρέπει να διαθέτει προκαθορισμένες δυνατότητες έγκαιρης ανίχνευσης, αναγνώρισης, αξιολόγησης και προειδοποίησης.

Ειδικότερα, εάν αύριο εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, ποιος θα είναι ο πρώτος κρατικός μηχανισμός που θα αντιληφθεί ότι η κατάσταση έχει αλλάξει;

Επίσης, πόσο χρόνο θα χρειαστεί μέχρι αυτή η διαπίστωση να μετατραπεί σε επίσημη επιχειρησιακή εκτίμηση;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι καθοριστική, διότι η συνοριακή ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα του κράτους να αντιδράσει όταν η κρίση έχει ήδη εκδηλωθεί, αλλά πρωτίστως από την ικανότητά του να εντοπίσει έγκαιρα την αλλαγή, να την αξιολογήσει σωστά και να ενεργοποιήσει εγκαίρως τους κατάλληλους μηχανισμούς, πριν η κατάσταση κλιμακωθεί και καταστεί ανεξέλεγκτη.

Στη συνέχεια, ο 2ος Πυλώνας του ολιστικού Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν το κράτος μπορεί να μετατρέψει γρήγορα και αξιόπιστα τα επιμέρους δεδομένα που συλλέγονται από διαφορετικές πηγές σε ενιαία επιχειρησιακή εικόνα της κατάστασης.

Η πληροφοριακή ανθεκτικότητα επομένως, δεν εξαντλείται στην ικανότητα των κρατικών υπηρεσιών να συλλέγουν πληροφορίες. Προϋποθέτει την ικανότητα συγκέντρωσης, διασταύρωσης, αξιολόγησης και σύνθεσης διαφορετικών πληροφοριών από διαφορετικές πηγές, ώστε ένα αρχικά ασαφές ή αποσπασματικό περιστατικό να μετατρέπεται έγκαιρα σε αξιόπιστη γνώση για τη λήψη αποφάσεων. Γιατί είναι άλλο πράγμα η συλλογή πληροφοριών και τελείως διαφορετικό, η παραγωγή επιχειρησιακής γνώσης.

Η πρώτη απαντά στο ερώτημα «τι γνωρίζουμε», ενώ η δεύτερη στο κρίσιμο ερώτημα «τι σημαίνουν όλα αυτά που γνωρίζουμε».

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, τεχνολογικά μέσα επιτήρησης, εξειδικευμένες υπηρεσίες, πληροφορίες από συμμάχους και πρόσβαση σε δεδομένα ανοικτών πηγών.

Η πληροφοριακή του ανθεκτικότητα όμως, δεν κρίνεται από τον όγκο των πληροφοριών που διαθέτει, αλλά από την ικανότητά του να τις συνδέει, να τις διασταυρώνει και να τις αξιολογεί εγκαίρως, ώστε να παράγει μια κοινή και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμη εικόνα της κατάστασης.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα επομένως, θα πρέπει να υπάρχουν εκ των προτέρων απαντήσεις σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων:

  • Ποιος συλλέγει την αρχική πληροφορία;
  • Ποιος έχει την ευθύνη της διασταύρωσής της;
  • Ποιος αξιολογεί την αξιοπιστία και τη σημασία της;
  • Πώς συνδυάζονται οι πληροφορίες από διαφορετικούς κρατικούς φορείς;
  • Πώς ενσωματώνονται οι πληροφορίες από ευρωπαϊκούς και συμμαχικούς μηχανισμούς;
  • Ποιος μετατρέπει τα επιμέρους δεδομένα σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα;
  • Πόσο γρήγορα η εικόνα αυτή φθάνει στην πολιτική ηγεσία;
  • Πώς διαχωρίζεται η επιβεβαιωμένη πληροφορία από την εκτίμηση, την υπόθεση ή την παραπληροφόρηση;

Επομένως, ο πληροφοριακά ανθεκτικός κρατικός μηχανισμός δεν είναι αυτός που διαθέτει μόνο πληροφορίες, αλλά αυτός που διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να μετατρέπει εγκαίρως τις πληροφορίες αυτές σε κοινή επιχειρησιακή γνώση και βάση λήψης αποφάσεων.

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο της πληροφοριακής ανθεκτικότητας είναι να μην υπάρχουν απλώς πολλές πληροφορίες, αλλά να υπάρχει εγκαίρως η σωστή γνώση για τη λήψη της σωστής απόφασης.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, ο 3ος Πυλώνας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι η Θεσμική και Επιχειρησιακή Διαλειτουργικότητα.

Συγκεκριμένα, το επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι διαφορετικοί κρατικοί μηχανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης της κρίσης.

Γιατί η διαλειτουργικότητα, αφορά την ικανότητα διαφορετικών θεσμών, οργανισμών και επιχειρησιακών μηχανισμών να λειτουργούν συντονισμένα, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να λαμβάνουν αποφάσεις και να ενεργούν ως ένα συνεκτικό σύστημα απέναντι σε μια σύνθετη κρίση.

Υπό αυτή την έννοια, η διαλειτουργικότητα μπορεί να εξεταστεί σε τέσσερις αλληλένδετες διαστάσεις:

την επιχειρησιακή,

  1. την πληροφοριακή,
  2. τη θεσμική /διοικητική και
  3. τη Στρατηγική Επικοινωνία.

Εάν η Πληροφοριακή Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα του κράτους να παράγει κοινή επιχειρησιακή γνώση, η πληροφοριακή διαλειτουργικότητα αφορά την ικανότητα των διαφορετικών κρατικών μηχανισμών να λειτουργούν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης.

Σε σχέση με την επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, σε μια κρίση που εκδηλώνεται στα σύνορα, είναι πιθανό να απαιτηθεί η ταυτόχρονη ή διαδοχική ενεργοποίηση περισσότερων του ενός μηχανισμών όπως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού, της Ελληνικής Αστυνομίας, της ΕΥΠ, της Πολιτικής Προστασίας και άλλων αρμόδιων φορέων και Υπουργείων.

Το κρίσιμο επομένως, δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν όλοι αυτοί οι μηχανισμοί, αλλά εάν γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς θα λειτουργήσουν μαζί.

Συγκεκριμένα:

  • Ποιος εντοπίζει και ποιος αναλαμβάνει την αρχική αντίδραση;
  • Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη όταν μια κρίση υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητας ενός φορέα;
  • Πότε και με ποια διαδικασία ενεργοποιούνται οι υπόλοιποι μηχανισμοί;
  • Ποιος συντονίζει τις επιχειρησιακές ενέργειες;
  • Ποιος αποφασίζει για την κλιμάκωση της αντίδρασης;
  • Υπάρχουν προκαθορισμένα πρωτόκολλα για μια κρίση η οποία δεν εντάσσεται εξαρχής στην αρμοδιότητα ενός μόνο κρατικού φορέα;

Σε σχέση με την πληροφοριακή διαλειτουργικότητα, πρέπει να είναι σαφές:

  • Ποιος γνωρίζει τι;
  • Ποιος ενημερώνει ποιον;
  • Με ποια διαδικασία διαβιβάζεται μια κρίσιμη πληροφορία;
  • Ποιος έχει πρόσβαση στην κοινή επιχειρησιακή εικόνα;
  • Ποιος αξιολογεί τις πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετικούς φορείς;

Και κυρίως, μπορούν οι διαφορετικοί μηχανισμοί να λειτουργήσουν πάνω στην ίδια εικόνα της κατάστασης ή ο καθένας λειτουργεί με διαφορετικά δεδομένα;

Η τρίτη διάσταση αφορά τη θεσμική και διοικητική διαλειτουργικότητα.

Σε μια σύνθετη κρίση, η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων ή η αβεβαιότητα ως προς το ποιος έχει την ευθύνη μπορεί να καθυστερήσει τη λήψη αποφάσεων σε μια στιγμή που ο χρόνος είναι κρίσιμος.

Για τον λόγο αυτό, πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης θα πρέπει να είναι απολύτως σαφές:

  • Ποιος έχει την πολιτική ευθύνη;
  • Ποιος έχει την επιχειρησιακή ευθύνη;
  • Ποιος συντονίζει τους εμπλεκόμενους φορείς;
  • Ποιος ενεργοποιεί τον μηχανισμό διαχείρισης κρίσης;
  • Πότε και με ποια κριτήρια ενεργοποιείται το ΚΥΣΕΑ ή άλλο ανώτατο επίπεδο πολιτικού συντονισμού;
  • Ποιος έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις όταν η κρίση εξελίσσεται ταχύτερα από τις συνήθεις διοικητικές διαδικασίες;

Η θεσμική ανθεκτικότητα συνεπώς, δεν κρίνεται μόνο από το εάν υπάρχουν νόμοι, αρμοδιότητες και οργανωτικές δομές, αλλά από το εάν οι αρμοδιότητες αυτές μετατρέπονται σε λειτουργικό μηχανισμό λήψης αποφάσεων υπό συνθήκες πίεσης.

Τέλος, η τέταρτη διάσταση αφορά τη Στρατηγική Επικοινωνία, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας διαχείρισης της κρίσης. Συγκεκριμένα, το κράτος πρέπει να μπορεί να διαμορφώνει εγκαίρως μια ενιαία, τεκμηριωμένη και συνεκτική κρατική θέση, η οποία να αντανακλά την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα.

Επομένως, σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα θα πρέπει να είναι εξαρχής σαφές:

  • Ποιος ενημερώνει την πολιτική ηγεσία;
  • Ποιος διαμορφώνει την επίσημη κρατική θέση;
  • Ποιος αποφασίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί;
  • Ποιος εκπροσωπεί το Κράτος;
  • Πώς διασφαλίζεται ότι διαφορετικοί υπουργοί και κρατικοί φορείς δεν μεταφέρουν διαφορετικές ή αντικρουόμενες εκδοχές της ίδιας κρίσης;
  • Πώς συνδέεται η Στρατηγική Επικοινωνία με την πραγματική επιχειρησιακή και πληροφοριακή εικόνα;

Η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί μια κρίση μπορεί να συνοδεύεται από παραπληροφόρηση, εργαλειοποίηση των κοινωνικών δικτύων, διεθνή δημοσιότητα και προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης.

Η Πολιτεία επομένως, δεν χρειάζεται απλώς έναν εκπρόσωπο που θα μιλήσει, αλλά ένα μηχανισμό Στρατηγικής Επικοινωνίας ενσωματωμένο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Κατά την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης τύπου Θέουτα, ο μηχανισμός αυτός πρέπει να είναι προκαθορισμένος και ενσωματωμένος εξαρχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ο 4ος Πυλώνας που μπορεί να αξιοποιηθεί για την αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού είναι Κοινωνική Ανθεκτικότητα. Η Κοινωνική Ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να αντιλαμβάνεται, να απορροφά και να διαχειρίζεται τις επιπτώσεις μιας μεγάλης και αιφνίδιας κρίσης, χωρίς να διαταράσσεται η κοινωνική συνοχή και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Σε μια νέα κρίση τύπου Θέουτα, η απότομη αύξηση των μεταναστευτικών ροών μπορεί να ασκήσει πίεση στις τοπικές κοινωνίες, τις υποδομές, τις υπηρεσίες και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η επιχειρησιακή διαχείριση της κρίσης, αλλά και η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι στον πανικό, τις εντάσεις, την παραπληροφόρηση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η κοινωνία, άλλωστε, δεν αποτελεί απλώς αποδέκτη των κρατικών αποφάσεων, αλλά μέρος του πεδίου της κρίσης και της εθνικής ανθεκτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί εάν υπάρχουν:

  • Μηχανισμοί έγκαιρης και αξιόπιστης ενημέρωσης των πολιτών,
  • Σχέδια υποστήριξης των τοπικών κοινωνιών που ενδέχεται να δεχθούν την κύρια πίεση,
  • Επαρκείς υποδομές και υπηρεσίες για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης και αιφνίδιας μεταβολής, και κυρίως,
  • Μηχανισμός αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης και των κοινωνικών εντάσεων που μπορεί να συνοδεύσουν μια τέτοια κρίση.

Για να υπάρξει κοινωνική ανθεκτικότητα επομένως, το κράτος θα πρέπει να έχει προετοιμάσει την κοινωνία, ώστε να μπορεί να παραμείνει λειτουργική, ψύχραιμη και συνεκτική υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης, αλλά και να μπορεί να διαχειριστεί και τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κρίσης. Τέλος, καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία.

Συγκεκριμένα, μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα αποτελέσει μόνο ελληνική υπόθεση, αλλά ταυτόχρονα ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι εάν η Ελλάδα θα μπορεί να ενεργοποιήσει άμεσα και συντονισμένα τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς υποστήριξης, αντί να αναζητά εκ των υστέρων λύσεις, όταν η κρίση έχει ήδη κλιμακωθεί.

Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να είναι σαφές: Πότε και με ποια διαδικασία ενημερώνονται οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί;

  • Πώς ενεργοποιούνται οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί και οργανισμοί;
  • Ποιος εκπροσωπεί την Ελλάδα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες διαχείρισης της κρίσης;
  • Πώς διασφαλίζεται η ανταλλαγή πληροφοριών και η κοινή επιχειρησιακή εικόνα με τους ευρωπαίους εταίρους;
  • Πώς μετατρέπεται μια ελληνική κρίση στα εξωτερικά σύνορα σε ευρωπαϊκή υπόθεση, όταν τα χαρακτηριστικά της υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης;

Η Ευρωπαϊκή και Διεθνής Συνεργασία συνεπώς, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός έκτακτης βοήθειας που ενεργοποιείται αφού εκδηλωθεί η κρίση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής προετοιμασίας.

Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να γνωρίζει ποιον θα καλέσει όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά να έχει προσδιορίσει από πριν τα δίκτυα συνεργασίας, τα κανάλια επικοινωνίας, τις διαδικασίες ενεργοποίησης και τους μηχανισμούς κοινής δράσης που θα ενεργοποιήσει. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα σε περίπτωση που εκδηλωθεί μια νέα κρίση τύπου Θέουτα είναι,  θα αντιμετωπίσει μόνη της την κρίση ή θα έχει στη διάθεσή της από τις πρώτες ώρες της κρίσης ένα ευρωπαϊκό και διεθνές δίκτυο υποστήριξης και κοινής δράσης;

Εν κατακλείδι, μια νέα κρίση τύπου Θέουτα δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο αποτελεσματικά θα αντιδράσει η Ελλάδα τη στιγμή που θα εκδηλωθεί. Θα κριθεί από το πόσο καλά θα έχει προετοιμαστεί πριν από αυτήν.

Η Ελλάδα συνεπώς, αντί να περιμένει την επόμενη κρίση, χρήσιμο είναι να υιοθετήσει το μηχανισμό των πέντε πυλώνων του Μοντέλου Ευρωπαϊκής και Εθνικής Ανθεκτικότητας που παρουσιάστηκε για να αξιολογήσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού της χώρας.

Γιατί η πραγματική ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν αποδεικνύεται όταν ξεσπάσει η κρίση, αλλά από την ετοιμότητα του κράτους, πριν αυτή ξεσπάσει.